Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν..Ελύτης


Ρ. Αποστολίδης: Ζητείται η γνώμη σας κύριε Ελύτη, η εντελώς ανεπιφύλακτη και αδέσμευτη, επάνω σε ό, τι θεωρείτε ως κακοδαιμονία του τόπου. Από τι κυρίως πάσχουμε, τι πρωτίστως μας λείπει;

Οδ. Ελύτης: Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας πω αμέσως: Ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει το βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού, στο σύνολό του.
Οδ. Ελύτης: Α! Αρχίσαμε!.. Μόνιμος, πλήρης και κακοήθης ασυμφωνία!..


Ρ. Αποστολίδης: Βεβαίως! Αλλ’ αφήστε με να συνεχίσω: Αυτή η ασυμφωνία δεν είναι μια συγκεκριμένη κακοδαιμονία. Είναι όμως μια αιτία που εξηγεί όλες τις κακοδαιμονίες, μικρές και μεγάλες του τόπου αυτού. Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανείς ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. Η φωνή του Μακρυγιάννη δεν έχει χάσει, ούτε σήμερα ακόμη, την επικαιρότητά της.

Σημειώστε ότι δεν βλέπω το πρόβλημα από την αποκλειστική κοινωνική του πλευρά, ούτε κάμω δημοκοπία.

Ρ. Αποστολίδης: Δημοκοπία ασφαλώς όχι. Πολιτική όμως ναι. Το εντοπίζετε δηλαδή κυρίως μέσα στο χώρο της πολιτικής – ή κάνω λάθος; Στο κέντρο μάλιστα του δικού της χώρου. Εκεί μας πάει το πρόβλημα που θέσατε, των σχέσεων μεταξύ λαού και ηγεσίας.


Οδ. Ελύτης: Μα ναι. Γιατί είναι βασικό, είναι «πρώτο» – κι ας είμαι ποιητής, εγώ που το λέω, μακριά πάντα από την «πολιτική». Κοιτάξτε. Ο λαός αυτός, κατά κανόνα εκλέγει την ηγεσία του. Και όμως, όταν αυτή αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας – είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί , είτε την αστική τάξη, είτε το προλεταριάτο – κατά ένα μυστηριώδη τρόπο αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε, και ενεργεί σαν να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν!

Ρ. Αποστολίδης: Στο Τέξας και στο Ουζμπεκιστάν; Ή μήπως θέλετε να πείτε: «…Σα να βρισκόταν στη χώρα του εκάστοτε ρυθμιστικού «ξένου παράγοντα»; Του εκάστοτε «προστάτη» μας; Μήπως εκεί ακριβώς βρίσκεται το κακό;

Οδ. Ελύτης: Το είπα με τρόπο αλλά βλέπω ότι το θέλετε γυμνό. Και δεν έχω αντίρρηση να το πω φανερά και πιο έντονα: Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των «παρεκκλίσεων» της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος «παράδοση». Αντιλαμβάνομαι ότι στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση των εθνοτήτων είναι τόση που η πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει, ως ένα βαθμό, αυτό που θα λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στη δουλοπρέπεια. Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού., το «τιμιώτατόν» του! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!
Ρ. Αποστολίδης: Κι ο «επίσημος» όρος της δουλοπρέπειας αυτής, κύριε Ελύτη; Μήπως είναι υποκριτικότερος από το «προσαρμοστική πολιτική»; Εξοργιστικότερος;

Οδ. Ελύτης: Δε μ’ ενδιαφέρει ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας. Μ’ ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω «Ψευδοφάνεια». Έχουμε δηλαδή την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό, τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας. Το κακά πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο απ’ έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως-όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής.

Ρ. Αποστολίδης: Ώστε, λοιπόν, ζητάτε «δικούς μας όρους αναπνοής»!


Οδ. Ελύτης: Και δεν πρόκειται βέβαια για προγονοπληξία. Τα λέω άλλωστε αυτά εγώ, που σ’ έναν τομέα όπως ο δικός μου, κήρυξα με φανατισμό την ανάγκη της επικοινωνίας μας με το διεθνές πνεύμα, και που σήμερα με εμπιστοσύνη αποβλέπω στη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχήματος, όπου να έχει τη θέση της η Ελλάδα. Με τη διαφορά ότι ο μηχανισμός της αφομοιώσεως των στοιχείων της προόδου πρέπει να λειτουργεί σωστά, και να βασίζεται σε μια γερή και φυσιολογικά ανεπτυγμένη παιδεία. Ενώ σε μας, όχι μόνο δε λειτουργεί σωστά, αλλά δεν υπάρχει καν ο μηχανισμός αυτός για να λειτουργήσει! Και με τη διαφορά ακόμη ότι, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ηγετικά μας τάξη, στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας, έχει μαύρα μεσάνυχτα! Κοιτάξτε με προσοχή τα έντυπα που εκδίδει η ίδια ή που προτιμά να διαβάζει, τα διαμερίσματα όπου κατοικεί, τις διασκεδάσεις που κάνει, τη στάση της απέναντι στη ζωή. Ούτε μια σταγόνα γνησιότητας. Πως λοιπόν να αναθρέψει σωστά τη νέα γενεά; Από τα πρώτα διαβάσματα που θα κάνει ένα παιδί ως τα διάφορα στοιχεία που θα συναντήσει στο καθημερινό του περιβάλλον, και που θα διαμορφώσουν το γούστο του, μια συνεχής και αδιάκοπη πλαστογραφία και τίποτε άλλο!

Θα μου πείτε: είσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, και βλέπεις τα πράγματα από τη μεριά που σε πονάνε. Όχι, καθόλου! Και να μου επιτρέψετε να επιμείνω. Όλα τα άλλα κακά που θα μπορούσα να καταγγείλω – η έλλειψη ουσιαστικής αποκεντρώσεως, η έλλειψη προγραμματισμού για την πλουτοπαραγωγική ανάπτυξη της χώρας, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξωτερική μας πολιτική – είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας! Από την άποψη ότι μόνον αυτή μπορεί να προικίσει ένα ηγέτη με την απαραίτητη ευαισθησία που χρειάζεται για να ενστερνισθεί, και αντιστοίχως να αποδώσει, το ήθος του λαού. Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοιά του την έχουμε παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό, τι καλό υπάρχει –αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρις σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα!

Όσο λοιπόν και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν

Μια παλιά συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον αείμνηστο Ρένο Αποστολίδη, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία στις 15/6/1958! Δεν έχουν αλλάξει και πολλά…


Γιάννης Φαίλτωρ






Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι μόνον αν τα ζώα συνειδητοποιούσαν τη δύναμη τους , ο άνθρωπος δεν θα είχε πια εξουσία πάνω τους..Τζορτζ Οργουελ



Πώς Κοιμήθηκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
και Ξύπνησα στη «Φάρμα των Ζώων»
του Λουίς Φρανσίσκο Μαρτίνες Μόντες The Globalist

Περί του πώς ξύπνησα στη «φάρμα των ζώων»



Η νέα γουρουνίσια μου ιδιότητα μου αποκαλύφθηκε μέσω μιας θύελλας οργίλων αναφορών, προερχόμενων κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, από βορειοευρωπαϊκά και γερμανικά μίντια, στα οποία το είδος μου κατηγορούνταν για όλα τα δεινά.

Κάποια στιγμή με ενημέρωσαν πως η σύνταξη των φτωχών γυναικών στη Βαυαρία απειλούνται από την προφανώς έμφυτη κλίση μου προς την ασωτία, που απειλεί να κατακρημνίσει την οικονομία της χώρας τους.

Μια άλλη φορά, πήγα για ύπνο γεμάτος τύψεις, όταν άκουσα ένα Αμερικανό νομπελίστα να κατηγορεί τη οικογένειά μου κι εμένα πως επιδεινώναμε την παγκόσμια οικονομική κρίση όσο δεν πήγαινε άλλο.

Πολλοί άνθρωποι, με σημαντικά κοινωνικά και ακαδημαϊκά εύσημα, έφτασαν στο σημείο να ισχυρίζονται πως εμείς τα «γουρούνια- PIGS» καλά θα κάναμε να μη συχνάζουμε πια στα ίδια εστιατόρια μαζί τους ή να μη χρησιμοποιούμε τα ίδια νομίσματα με την πολιτισμένη ανθρωπότητα.

Θυμάστε τις πινακίδες στα αξιοσέβαστα κλαμπ της άλλοτε Βρετανικής Αυτοκρατορίας που απαγόρευαν την είσοδο σε «σκύλους και Κινέζους»; E κάτι παρόμοιο λέγεται τώρα για μας, από τη «φλιτ στριτ » ως τη «ουολ στριτ». Προφανώς, στα ευαίσθητα νεοβικτωριανά ρουθούνια μυρίζουμε εξίσου άσχημα όσο άλλοτε οι Κινέζοι -και οι σκύλοι.

Χωρίς πλάκα

Αυτού του είδους οι ζωομορφικές αναφορές δεν είναι δική μου εφεύρεση. Κάποια στιγμή το 2008, ενώ η παγκόσμια οικονομική κρίση επεκτεινόταν πέραν του επικέντρου της, των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίστηκε στα πρωτοσέλιδα των ροδόχρωμων εφημερίδων το ακρωνύμιο «PIGS» που κατέκτησε αστραπιαία την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια την μπλογκόσφαιρα.

«Γουρούνια-PIGS» είναι η Πορτογαλία, η Ιταλία (και/ ή η Ιρλανδία). Η Ελλάδα και η Ισπανία, οι χώρες δηλαδή που, σύμφωνα με τους επικριτές τους, ήταν υπεύθυνες για το πέρασμα της οικονομικής κρίσης στο επόμενο επίπεδό της -από τα χρέη των ιδιωτών στα κρατικά ελλείμματα και, σε τελική ανάλυση, τα δημόσια χρέη.

Κυκλοφορούν πολλές εκδοχές του μύθου, αλλά η γνωστότερη, που την έχουν κατασκευάσει οι συντακτικές ομάδες των σημαντικότερων αγγλοσαξονικών βοοειοευρωπαϊκών και γερμανόφωνων εφημερίδων, και κέντρων αποφάσεων, πάει κάπως έτσι:

Πρώτον, οι κάτοικοι των «PIGS» είναι εκ φύσεως σπάταλοι και οικονομικά ανεύθυνοι. Έπεται πως για να ικανοποιήσουν τις δαπανηρές τους συνήθειες, οι κυβερνήσεις τους βούλιαξαν σε υπέρογκα χρέη, που είναι ανίκανες πλέον να χειριστούν.

Αυτό συνέβη διότι, εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης μετά το 1929, οι αγορές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη δυνατότητα των «γουρουνιών-PIGS» να αποπληρώσουν τα δανεικά τους, συν τα επιτόκια.

Για να μην πολυλογούμε, το συμπέρασμα είναι πως αργά ή γρήγορα όλα ή τα περισσότερα από τα «γουρούνια-PIGS» θα πάρουν την άγουσα για το σφαγείο: δείτε την τύχη της Ελλάδας, πριν το περσινό καλοκαίρι, ή τι συμβαίνει σήμερα στην Ιρλανδία.

Δεύτερον, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, τα κακόμοιρα ελαττωματικά γουρούνια ζούσαν σαν νεόπλουτοι χάρη στο φθηνό ευρώ. Η δυνατότητά τους να έχουν το ίδιο νόμισμα με τους πιο υπεύθυνους και λιτούς βόρειους γείτονές τους, τους επέτρεψε να έχουν πρόσβαση σε φθηνή ρευστότητα, με επιτόκια που βρίσκονταν σε αφύσικα χαμηλά επίπεδα.

Όπως αναμενόταν από τέτοιους αμετανόητους αμαρτωλούς, αντί να αξιοποιήσουν τα χρήματα αυτά σε ενάρετους σκοπούς, αυτοί τα σπατάλησαν σε εισαγωγές διαφόρων μπιχλιμπιδιών, τούβλων και υποθηκών, σιέστες και φιέστες. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγικότητά τους να καταρρεύσει, το τρέχον εμπορικό τους έλλειμμα να φτάσει στα ύψη, και να δημιουργηθεί μια κολοσσιαίων διαστάσεων «φούσκα» στις τιμές των ακινήτων τους. Δείτε επί παραδείγματι την Ισπανία.

Τρίτον, συνεχίζει η αφήγηση, αυτού του είδους η γουρουνίσια συμπεριφορά δεν υπήρξε μοιραία μόνο για τους άμεσα υπεύθυνους: υπονόμευσε επίσης την επιβίωση αυτού καθ' αυτό του ευρώ!

Δεν προκαλεί έκπληξη πως από ολοένα και περισσότερους εκπροσώπους των πιο ορθολογικών και πουριτανών περιοχών του κόσμου, άρχισαν να ακούγονται φωνές που ζητούσαν την άμεση αποβολή των «γουρουνιών» από την περίκλειστη βασιλεία των ολίγων και των εκλεκτών, ήτοι όσων είναι εις θέση να διαχειρίζονται τα του οίκου τους σύμφωνα με τα γράμμα και το πνεύμα των θεϊκών εντολών, όπως αυτές ερμηνεύονται από τις αγορές και τους αγγλοσάξονες και Γερμανούς προφήτες των.

Τέλος, όπως συμβαίνει σε κάθε παρόμοια ηθικοπλαστική ιστορία, υπάρχει ένα ηθικό δίδαγμα: τα ορθόδοξα και ρωμαιοκαθολικά «γουρούνια» της Ευρώπης, καταλήφθηκαν από φθόνο και πλεονεξία και θέλησαν να πετάξουν, εγκαταλείποντας την προορισμένη για εκείνα γουρουνίσια και λασπώδη ζωή τους. Σαν τον Ίκαρο , κατευθύνθηκαν προς τον ήλιο. Αλλά καθώς δε διέθεταν φτερά, ήταν εξ αρχής καταδικασμένα να επιστρέψουν στο φυσικό τους βορβορώδες περιβάλλον. Φυσικά όσο ψηλότερα έφτασαν, τόσο πιο επώδυνη θα είναι η πτώση τους.

Τώρα η τιμωρία τους θα είναι να ζήσουν το υπόλοιπο της μίζερης επίγειας ζωής τους στο σύγχρονο ανάλογο της φυλακής χρεών «μάρσαλσι», αφιερώνοντας το υπόλοιπο της φυσικής τους ύπαρξης (αν μπορεί ακόμα να αποκληθεί έτσι αυτό που τα αναμένει) σε αποπληρωμές, αποπληθωρισμούς, μειώσεις μισθών, περικοπές συντάξεων εις τους αιώνας των αιώνων, εδώ στη Γη και στο επέκεινα, στην κόλαση, αμήν.

Αντιθέτως, οι εκλεκτοί του προτεστάντη Θεού θα μπορέσουν να Τον πλησιάσουν έτι περαιτέρω, ώστε να μοιραστούν μαζί Του την παραδείσια ανταμοιβή που αναμένει όλους όσοι έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην σκληρή εργασία και τη λιτοδίαιτη ζωή (πάλι αμήν).

Αναθεωρώντας τον Μαξ Βέμπερ

Ατυχώς, μία από τις πλέον έκδηλες παράπλευρες συνέπειες της πρόσφατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ιδίως στην Ευρώπη, ήταν η αναβίωση αρχαϊκών, ξεπερασμένων, αντιεπιστημονικών και σε ορισμένες περιπτώσεις ανοικτά ρατσιστικών απόψεων περί της εγγενούς υπεροχής ορισμένων λαών επί άλλων, όσον αφορά στη διαχείριση μιας αποτελεσματικής, καθαρής και δημιουργικής οικονομίας.

Αυτός ο τρόπος σκέψης υποστηρίχτηκε ιστορικά από το Μαξ Βέμπερ (Max Weber) στην υπόθεσή του για την υπεροχή του προτεσταντισμού ως τροφού της καπιταλιστικής κοινωνίας, σε σχέση με τις κοινωνίες που είχαν ανοσία στα θέλγητρα του Λούθηρου (Luther) και στη γοητεία του Καλβίνου (Calvin).

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιπαλέψει κανείς την αναβίωση αυτών των βεμπεριανών ανοησιών. Η πρώτη, και πιο φανερή, είναι να ερευνήσει την ιστορία και στη συνέχεια να δει τι συνέβη στ' αλήθεια στην δεύτερη μεγάλη ύφεση, πέραν όσων διακινούν ορισμένα ΜΜΕ και αναλυτές.

Μια ματιά στην ιστορία, απλά για να πάρουμε μια γεύση: ας πάρουμε την περίπτωση της Ολλανδίας στο ζενίθ της αποικιακής της επιρροής, τον ιδεότυπο δίχως άλλο της προτεσταντικής ακεραιότητας και του ορθολογισμού, σε σχέση π.χ. με τη δημοσιονομική ανευθυνότητα και τη διαφθορά της ρωμαιοκαθολική Ισπανίας, τον καιρό της αυτοκρατορίας της.

Ε, τυγχάνει η εταιρεία με την οποία συνήθως συνδέεται η προτεσταντική-καπιταλιστική επέκτασή της -η «ολλανδική εταιρεία των Δυτικών Ινδιών» (VOC στα ολλανδικά) να τελειώσει τις μέρες της γνωστή ως «vergaan onder corruptie» (το ίδιο ακρωνύμιο VOC, που τώρα πια όμως σήμαινε... «θνήσκουσα λόγω διαφθοράς»). Μάλλον αυτό σημαίνει πως δεν ήταν και τόσο πολύ θεάρεστα τα έργα της...

Αν πάρουμε το κριτήριο της μακροβιότητας: παρά τα προβληματικά οικονομικά της θεμέλια, η ισπανική μοναρχία παρέμεινε στη θέση της μεγάλης δύναμης από το 1492 ως τη δεκαετία του 1820, για πάνω από τρεις αιώνες. Η Ολλανδική Αυτοκρατορία έκλεισε τον κύκλο της ανάδυσης και της κατάρρευσής της μέσα σε 50 μόλις χρόνια, από το 1602 ως το 1652.

Και μια που μιλάμε περί αποτελεσματικότητας και επιβίωσης της κληρονομιάς ως σημείου της θείας βούλησης και της παρέμβασης, απλά συγκρίνετε πόσοι μιλάνε σήμερα ολλανδικά (λιγότερο από 25 εκατομμύρια) και πόσοι ισπανικά (πάνω από 450 εκατομμύρια, που μάλιστα αυξάνουν ακατάπαυστα).

Τελικά, από άποψη πολιτιστικής επιρροής (ή «soft power») κάθε δεκάρα που επενδύθηκε στην ρωμαιοκαθολική Ισπανία φαίνεται να απέδωσε μακροπρόθεσμα πολλαπλάσια σε σχέση με την αντίστοιχη επένδυση στις προτεσταντικές Κάτω Χώρες.

Η περίπτωση της Ισπανίας όμως δε αντεπεξέρχεται με άνεση μόνο στη σύγκρισή της με το ολλανδικό μοντέλο. Θα είχε ενδιαφέρον να τη συγκρίνουμε με τον τρόπο που διαχειρίστηκε διαχρονικά τα δημόσια οικονομικά της η Βρετανική Αυτοκρατορία. Που επίσης δεν χαρακτηριζόταν ακριβώς από αυτό που θα λέγαμε προτεσταντική χρηστότητα.

Λόγω των διαρκών πολεμικών περιπετειών της και της κακοδιαχείρισης, το 1784 η Βρετανία είχε δημόσιο χρέος που έφτανε το 156% του ΑΕΠ της. Μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, το 1816, το χρέος είχε φτάσει στο δυσθεώρητο... 237% του ΑΕΠ. Ακόμα και τον 20ο αιώνα, τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς ιδεώδη: από το 1920 ως το 1937, το δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου ξεπερνούσε το 150%· αλλά και μεταξύ 1945 και 1960, βρισκόταν σε επίπεδα άνω του 100%.

Ακόμα πλησιέστερα στις μέρες μας, στην υποδειγματική τους εργασία για την ιστορία των οικονομικών κρίσεων, οι Κάρμεν Ράινχαρτ (Carmen Reinhart) και Κένεθ Ρόγκοφ (Kenneth Rogoff) μας θυμίζουν πως πριν το 2007 η μεταπολεμική οικονομία επικεντρώθηκε στο χρηματοπιστωτικό τομέα στις αγγλοσαξονικές οικονομίες, και όχι στην επικράτεια των «γουρουνιών». Από τις 18 κρίσεις που αναφέρουν στην εργασία τους, οι 13 προκλήθηκαν από τευτονικές, αγγλοσαξονικές και σκανδιναβικές χώρες, και μόνο τρεις από «PIGS» (οι υπόλοιπες δύο οφείλονται στη Γαλλία και την Ιαπωνία).

(από www.ppol.gr, 08/12/2010)




«Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων, ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παλιοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός θα πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί να πεθάνει. Ο Γιατρός Ινεότης βγαίνει και πηγαίνει κι αυτός με τον κόσμο. Έχει σύντροφο έναν γύφτο που ακόνιζε μαχαίρια. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνουν , έμαθαν πως δεν θα πεθάνουν με φυσικό θάνατο και χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει. Αλλά με υπολογισμένο και βασανιστικό θάνατο σαν να τους τιμωρούσαν…».Γιώργος Χειμωνάς



"'Η συγγραφή της Φάρμας των Ζώων ξεκίνησε λίγο μετά τον ισπανικό εμφύλιο. Ο Οργουελ πολέμησε στο πλευρό των αντιφασιστών, τραυματίστηκε και στο τέλος εκδιώχθηκε από την Ισπανία από τους οπαδούς του Στάλιν. Ήταν η εποχή που ο Οργουελ πάσχιζε να αντιληφθεί κατά πόσον η πλειοψηφία της αριστερής κοινής γνώμης έσφαλε και ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν τελικά μια καινούργια μορφή κολάσεως κι όχι μια αναδυόμενη ουτοπία. Βρήκε, λοιπόν την ιδέα των ζώων για να συμβάλει στην κατάρρευση του σοβιετικού μύθου και παράλληλα να στήσει μια ιστορία κατανοητή από τους πολλούς. Πώς όμως ; Εμπνεύστηκε από ένα αγόρι που το είδε να οδηγεί έναν εύρωστο ίππο σε στενό μονοπάτι και κάθε φορά που το άλογο προσπαθούσε να γυρίσει, το αγόρι το μαστίγωνε. «Εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι μόνον αν τα ζώα συνειδητοποιούσαν τη δύναμη τους , ο άνθρωπος δεν θα είχε πια εξουσία πάνω τους και ότι οι άνδρες εκμεταλλεύονται τα ζώα, όπως οι πλούσιοι εκμεταλλεύονται το προλεταριάτο», γράφει ο Οργουελ."


κλικ

είναι το προτελευταίο μυθιστόρημα του Τζορτζ Όργουελ (προηγείται 4 χρόνια του 1984 και κυκλοφόρησε το 1945). Αναφέρεται σε μία δυστοπική ιστορία κατά την οποία τα ζώα μιας φάρμας μη ανεχόμενα την σκληρή αντιμετώπιση του ανθρώπου-αφέντη επαναστατούν. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στα τεκταινόμενα μετά την Επανάσταση και τη διαμόρφωση της κοινωνίας των ζώων της φάρμας κατά την ανεξαρτησία τους από τους ανθρώπους."

Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΜΕ ΤΟ ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟ..



ΜΕ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΑΥΤΟ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΣΤΕΙΛΕΙ ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ. ΒΡΗΚΕ ΕΝΑΝ ΠΑΝΕΞΥΠΝΟ ΤΡΟΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕ ΕΝΑ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΝΟΜΑΣΕ ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΜΑΖΙ (ΠΑΤΑΤΕΣ ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΠΙΠΕΡΙΕΣ ΒΛΗΤΑ κλπ.) ΟΠΩΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ . ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΑΣ ΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΣΕ ΟΣΕΣ ΠΙΟ ΠΟΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΜΠΟΡΕΙ...





Πώς να σωπάσω

Στίχοι: Κώστας Κινδύνης

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;





How could I silence

How could I silence within me
the sheer beauty of the world?
The skies are mine alone
the sea within my measurements

How can they force me see the sun
using different eyes?
On these solar stair steps
My mother taught me being her son…

Inside the waters of the swamp
What language do they address me
those who dare to ask of me
to lower my wings to lay down?




Cómo callar

¿Cómo callar dentro de mí
la belleza del mundo?
El cielo mío
el mar en mi tamaño.

¿Cómo me pueden hacer que vea
el sol con ojos dinstintos?
En los escalones del sol
mi madre me enseñó a vivir.

¿En el agua del cieno,
en qué idioma me están hablando
los que me están pidiendo
que baje las alas?







Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

“Αν δεν είχα καμία αίσθηση του χιούμορ, θα είχα από καιρό αυτοκτονήσει.”Γκάντι


Γκάντι: 10 θεμελιώδης αρχές για να αλλάξουμε τον κόσμο...

“Δεν πρέπει να χάνεις την πίστη σου στην ανθρωπότητα. Η ανθρωπότητα είναι ωκεανός. Αν στον ωκεανό υπάρχουν μερικές βρώμικες σταγόνες, δεν σημαίνει ότι είναι βρώμικος.”

“Η διαφορά ανάμεσα στο τι κάνουμε και τι είμαστε ικανοί να κάνουμε, θα έφθανε για να λύσει τα περισσότερα προβλήματα του κόσμου.”

“Αν δεν είχα καμία αίσθηση του χιούμορ, θα είχα από καιρό αυτοκτονήσει.”

Ο Μαχάτμα Γκάντι δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Όλοι γνωρίζουν τον άνθρωπο που οδήγησε τον λαό της Ινδίας στην απελευθέρωση από την Βρετανική κατοχή το 1947.

Πολλές από τις ρήσεις του ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν πολύ κόσμο, πάντα με γνώμονα την αγάπη και τον σεβασμό στην ανθρώπινη φύση. Ακολουθώντας τη σοφία του μπορούμε και εμείς να αλλάξουμε τον κόσμο μας.

Ένας Δεκάλογος πνευματικής και κοινωνικής προόδου:

1. Άλλαξε τον εαυτό σου .

“Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο.”

“Ως ανθρώπινα όντα, η μεγαλοσύνη μας κείτεται όχι τόσο πολύ στην ικανότητά μας να αναμορφώσουμε τον κόσμο – αυτός είναι ένας μύθος της ατομικής εποχής - όσο στο να αναμορφώνουμε τους εαυτούς.»

2. Εσύ έχεις τον έλεγχο.

“Κανείς δεν με βλάπτει χωρίς την άδειά μου.”

“Το τι νιώθεις και πως αντιδράς σε κάτι, εξαρτάται πάντα από σένα. Μπορείς να επιλέξεις τις σκέψεις, τις αντιδράσεις και τα συναισθήματά σου σχεδόν στα πάντα. Κανείς εκτός από σένα δεν μπορεί να ελέγξει πως εσύ νιώθεις.”

3. Συγχώρησε.

“ Ο αδύναμος δεν μπορεί να συγχωρήσει . Η συγχώρεση είναι ιδιότητα των δυνατών.”

“Ο οφθαλμός αντί οφθαλμού, καταλήγει να κάνει όλο τον κόσμο τυφλό.”

“Το να πολεμάς το κακό με κακό δεν βοηθά κανέναν. Αν δεν συγχωρείς, τότε αφήνεις το παρελθόν και κάποιον άλλον να ελέγχει πως νιώθεις. Συγχωρώντας, απελευθερώνεσαι από αυτά τα δεσμά και τότε μπορείς να συγκεντρωθείς ολοκληρωτικά στον επόμενο στόχο σου.”

4. Χωρίς δράση δεν πας πουθενά.

“Ένα γραμμάριο πράξης αξίζει περισσότερο από τόνους διδασκαλίας.”

“Χωρίς δράση λίγα μπορούν να γίνουν. Το διάβασμα και η μελέτη μπορεί να δώσει κυρίως γνώση. Πρέπει να δραστηριοποιηθείς για να μεταφράσεις τη γνώση σε αποτελέσματα και κατανόηση.”

5. Πρόσεχε τη στιγμή .

“Δεν θέλω να προβλέπω το μέλλον. Με απασχολεί να νοιάζομαι για το παρόν. Ο Θεός δεν μου έχει δώσει έλεγχο των στιγμών που θα έρθουν.”

“Ο καλύτερος τρόπος να ξεπεράσεις την εσωτερική αντίσταση, που συχνά μας σταματάνε από τη δράση, είναι να μένεις στο παρόν όσο το δυνατόν περισσότερο και να έχεις αποδοχή.
Όταν είσαι στην παρούσα στιγμή, δεν ανησυχείς για την επόμενη την οποία δεν μπορείς να ελέγξεις ούτως ή άλλων. Έτσι, η αντίσταση για δράση από σένα –που προέρχεται από την προβολή αρνητικών μελλοντικών συνεπειών ή από αποτυχίες στο παρελθόν- χάνει τη δύναμή της, και γίνεται ευκολότερο και να δράσεις και να μένεις συγκεντρωμένος στη στιγμή ώστε να αποδίδεις καλύτερα.”

6. Ο καθένας είναι άνθρωπος .

“Υποστηρίζω ότι είμαι ένα απλό άτομο υποκείμενος στα λάθη όπως κάθε θνητό συνάνθρωπός μου. Ξέρω όμως, ότι έχω αρκετή ταπεινότητα να ομολογήσω τα λάθη μου και να παλινωδήσω.”

“Δεν είναι σοφό να είσαι σίγουρος τη σοφία κάποιου. Είναι υγιές να θυμάσαι ότι ο δυνατόν μπορεί να εξασθενίσει και ο σοφός να σφάλλει.”

7. Έχε επιμονή.

“Πρώτα σε αγνοούν, μετά γελάνε μαζί σου, ύστερα σε πολεμούν, έπειτα νικάς.”

“Να είσαι επίμονος. Με το χρόνο η αντίσταση γύρω σου θα φθίνει και θα μικρύνει.
Βρες τι αληθινά σου αρέσει να κάνεις. Τότε θα βρεις το εσωτερικό κίνητρο για να συνεχίζεις.“

8. Δες το καλό στους ανθρώπους και βοήθησέ τους.

“Κοιτάζω μόνο τις καλές ποιότητες των ανθρώπων. Μιας και δεν είμαι αλάνθαστος ο ίδιος, δεν τολμώ να εξετάζω τα σφάλματα των άλλων .”

“Υποθέτω ότι η αρχηγική ικανότητα είχε να κάνει κάποτε με τη μυική δύναμη, όμως σήμερα έχει να κάνει με την ικανότητα να τα πηγαίνεις καλά με τους άλλους.”

“Υπάρχουν πάντα καλά στοιχεία στους ανθρώπους και υπάρχουν πράγματα που δεν είναι τόσο καλά. Όμως μπορείς να επιλέξεις σε τι να επικεντρωθείς . Αν θέλεις βελτίωση, τότε η επικέντρωση στα καλά των ανθρώπων είναι μία χρήσιμη επιλογή. Κάνει τη ζωή πιο εύκολη και οι σχέσεις γίνονται πιο ευχάριστες και θετικές.”
“Έτσι, γίνεται ευκολότερο να παρακινείς τον εαυτό σου να βοηθάς τους συνανθρώπους σου και να τους δίνει αξία, που κάνει όχι μόνο καλύτερη τη ζωή τους, αλλά σιγά-σιγά τείνεις να παίρνεις πίσω αυτό που δίνεις. Και τα άτομα που βοηθάς νιώθουν την τάση να βοηθούν άλλους ανθρώπους. Έτσι δημιουργείται μία ανοδική σπείρα θετικής αλλαγής μου μεγαλώνει και ισχυροποιείται.”

9. Να συνδέεσαι, να είσαι αυθεντικός να είσαι ο αληθινός εαυτός σου.

“Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, λες και κάνεις, είναι σε αρμονία.”

“Στους ανθρώπους φαίνεται να αρέσει ένα τρόπος με σύνδεση και αυθεντική. Και βρίσκεις μεγαλύτερη εσωτερική απόλαυση, όταν οι σκέψεις, οι λέξεις και οι πράξεις σου είναι ευθυγραμμισμένες. Νιώθεις δυνατός και καλά με τον εαυτό σου.”

10. Συνέχισε να μεγαλώνεις και να εξελίσσεσαι.

”Η συνεχής ανάπτυξη είναι ο νόμος της ζωής και ο άνθρωπος που πάντα προσπαθεί να διατηρεί τις απόψεις του ώστε να φαίνεται συνεπής, οδηγείται σε λάθος θέση.”

“Μπορείς σχεδόν πάντα να βελτιώνεις τις ικανότητές σου, τις συμπεριφορές σου ή να επαναξιολογείς τις αποτιμήσεις σου. Μπορείς να αποκτήσεις μεγαλύτερη κατανόηση του εαυτού σου και του κόσμου. Το να επιλέξεις να μεγαλώσεις και να εξελιχθείς είναι ένα πιο ευχάριστο και πιο χρήσιμο μονοπάτι για να ακολουθήσεις.”





Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι ήταν Ινδός πολιτικός, στοχαστής και επαναστάτης ακτιβιστής. Υπήρξε η κεντρική μορφή του εθνικού κινήματος για την ινδική ανεξαρτησία και εμπνευστής της μεθόδου παθητικής αντίστασης χωρίς τη χρήση βίας έναντι των καταπιεστών.
Η διδασκαλία του επηρέασε το διεθνές κίνημα για την ειρήνη και μαζί με τον ασκητικό βίο του συνέτειναν στο να καταστεί παγκόσμιο σύμβολο και ορόσημο της φιλοσοφικής και κοινωνικοπολιτικής διανόησης του 20ού αιώνα. Έγινε ευρύτερα γνωστός με την προσωνυμία Μαχάτμα, που φέρεται να του απέδωσε στα 1915 ο Ινδός νομπελίστας ποιητής και φιλόσοφος Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και στα σανσκριτικά σημαίνει Μεγάλη Ψυχή.





Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Για ακόµη µια φορά ο Σιµενόν, µέγας ανατόµος της ανθρώπινης ψυχής, καταπιάνεται µε το αγαπηµένο του θέµα, την ανάλυση του χαρακτήρα των ηρώων του ..



ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
∆υο ξένοι στο ίδιο σπίτι
Ο πόνος της εγκατάλειψης αλλά και η ψυχολογία
µιας ολόκληρης πόλης µέσα
από τον βέλγο ανατόµο της ανθρώπινης ψυχής
Ζορζ Σιµενόν





Οκτώβριος, παραµονές του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, στο Μουλέν, µια πόλη της γαλλικής επαρχίας. Μια νύχτα µε βροχή, ελάχιστα ερωτευµένα ζευγαράκια βρίσκονται στην αίθουσα του τοπικού κινηµατογράφου. Και ενώ στις τραπεζαρίες των ξενοδοχείων δειπνούν εµπορικοί αντιπρόσωποι και στους δρόµους κινούνται ελάχιστα αυτοκίνητα, ορισµένα µε προορισµό το Παρίσι, στη Νοµαρχία παρατίθεται δείπνο για 20 άτοµα, µε τους ίδιους προσκεκληµένους, την αφρόκρεµα της πόλης.

Την ίδια στιγµή, σε ένα διώροφο σπίτι µε δύο πτέρυγες και εσωτερική λιθόστρωτη αυλή που τη χωρίζει από τον δρόµο ένας ψηλός τοίχος, ο 48χρονος δικηγόρος Εκτόρ Λουρσά, γιος δικηγόρου, εγγονός ενός παλιού δηµάρχου, τρώει. Απέναντί του στο τραπέζι κάθεται η κόρη του η Νικόλ, µασώντας ήρεµα και αδιάφορα. ∆εν ανταλλάσσουν λόγια. Μόλις τελειώσουν το φαγητό τους κατευθύνονται ο καθένας στο υπνοδωµάτιό του. Αυτή την ηµέρα, όπως κάθε ηµέρα, ο Λουρσά, ο οποίος δεν αναλαµβάνει πια υποθέσεις, έχει πιει δύο µε τρία µπουκάλια κρασί Βουργουνδίας, έχει καπνίσει πολλά τσιγάρα και έχει διαβάσει βιβλία χωρίς να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Γενικά βαριέται: ξύνεται, ξεφυσάει, βήχει και ρουφάει τη µύτη του.

Η ζωή του είναι µίζερη και άδεια. Εδώ και δεκαοκτώ χρόνια ο βίος του είναι µοναχικός, αισθάνεται προδοµένος και τιποτένιος. Και αυτό επειδή η γυναίκα του, Ζενεβιέβ, γόνος µιας από τις δέκα καλύτερες οικογένειες της πόλης, τον εγκατέλειψε. Ξαφνικά ακούει έναν πυροβολισµό. Οταν πηγαίνει στο δωµάτιο από το οποίο ακούστηκε ο κρότος βρίσκει έναν άγνωστο άνδρα νεκρό, ενώ άλλος άγνωστος φεύγει σαν κυνηγηµένος από το σπίτι. Ο Λουρσά, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, είναι ένας πονεµένος άνθρωπος. Πίνει για να ξεχάσει, φαίνεται µεθυσµένος µα δεν είναι. Η ανάµνηση της φυγής της γυναίκας του είναι οδυνηρή, τόσο που µε την κόρη του, την οποία µεγάλωσε µόνος του _ µαζί µε µια υπηρέτρια _, δεν τον συνδέει κανένα αίσθηµα αγάπης. Είναι δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι. Ως πατέρας δεν νοιάζεται για το τι κάνει _ υποψιάζεται πως είναι παιδί ενός άλλου, του εραστή της γυναίκας του _, δεν ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι της και οι εραστές της. Αδιαφορεί παντελώς για όλα και όλους. Ξέρει τα ένοχα µυστικά των συµπολιτών και των συγγενών του, τους οποίους περιφρονεί ή σιχαίνεται. Θεωρώντας ότι οι γνώσεις του, οι υψηλές ιδέες, οι φιλόσοφοι και οι ποιητές µπορούν να τον θρέψουν, έχει µείνει χωρίς φίλους. Ωστόσο δεν γνωρίζει τι συµβαίνει µέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η δολοφονία του αγνώστου, όµως, για την οποία αρχίζουν σύντοµα ανακρίσεις, όπου προΐσταται ο εισαγγελέας Ροζισάρ, σύζυγος της εξαδέλφης του, ανατρέπει τη ρουτίνα του αλλά και την οµαλή ζωή της πόλης, αποκαλύπτοντας στα µάτια όλων τα µυστικά και τα ψέµατα που κυριαρχούν στην κοινωνία (ανάµεσα στους υπόπτους βρίσκεται και ο γιος της αδελφής του).

Στη δίκη που ακολουθεί ο Λουρσά αναλαµβάνει συνήγορος του βασικού υπόπτου για τη δολοφονία, του νεαρού Εµίλ Μανού, υπαλλήλου βιβλιοπωλείου, ο οποίος τυγχάνει ερωτικός σύντροφος της κόρης του. Η ακροαµατική διαδικασία ξυπνάει τον Λουρσά από τον τρόπο τινά λήθαργό του και τον ξανακάνει ενεργό πολίτη.

Μικροαστοί και υποκριτές

Για ακόµη µια φορά ο Σιµενόν, µέγας ανατόµος της ανθρώπινης ψυχής, καταπιάνεται µε το αγαπηµένο του θέµα, την ανάλυση του χαρακτήρα των ηρώων του (εδώ, του Εκτόρ Λουρσά), µιλώντας για τον πόνο που προκαλεί η εγκατάλειψη µα και για τις ενοχές που τους βασανίζουν. Παράλληλα εξετάζει ένα άλλο ζήτηµα, εκείνο της ψυχολογίας µια ολόκληρης πόλης, ξεσκεπάζοντας τα πέπλα της υποκρισίας που τυλίγουν τους µικροαστούς κατοίκους της, τους έχοντες και τους «δήθεν έχοντες», τους εµπόρους, τους ξενοδόχους, τους δικαστικούς, τους νοµαρχιακούς συµβούλους, δηλαδή την αφρόκρεµα της κοινωνίας της. Ο ανώνυµος αφηγητής µιλάει µε απαξίωση για την «υψηλή µπουρζουαζία», αποκαλώντας το Μουλέν «πόλη ηλιθίων» _ φτωχά ανθρωπάκια που δεν ξέρουν τι κάνουν πάνω στη γη και προχωρούν µπροστά «σαν τα βόδια στον ζυγό». Η δολοφονία δίνει την αφορµή για να φανεί θριαµβευτικά ότι τα παιδιά των καλών οικογενειών, είτε λόγω πληµµελούς φροντίδας είτε εξαιτίας κακών έξεων, κάνουν παρέα µε περιθωριακούς τύπους, γλεντοκοπούν ασύστολα, συστήνουν συµµορίες, παραβιάζουν τον ποινικό κώδικα. Είναι η αδιαφορία των γονιών, διαβάζουµε, οι οποίοι συχνάζουν στις ιαµατικές πηγές και στα καζίνα, εξαιτίας της οποίας τα παιδιά τους παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια.

Τρεις φορές στο σινεµά

Ο Βέλγος Ζορζ Σιμενόν (1903-1989), ο διάσημος δημιουργός του επιθεωρητή Μεγκρέ, ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα Οι άγνωστοι μέσα στο σπίτι τον Ιανουάριο του 1939.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1940 και δύο χρόνια αργότερα, το 1942, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ανρί Ντεκουέν, σε σενάριο και διαλόγους του Ανρί-Ζορζ Κλουζό, με πρωταγωνιστές τον Ρεμύ και τη Ζυλιέτ Φαμπέρ. H δεύτερη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ήρθε το 1967 από τον Πιερ Ρουβ, με τους Τζέιμς Μέισον, Τζεραλντίν Τσάπλιν και Μπόμπι Ντάριν, ενώ η τρίτη το 1992 από τον Ζορζ Λοτνέρ, με τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό στον βασικό ρόλο.


το βημα









Στην ουσία πρόκειται για την πραγματική πόλη Χουάρες του Μεξικού που απ’ το 1993, στα σύνορα της ανομίας και της βίας, αγνοούνται φτωχές εργάτριες.



Τι θα διαβάσουμε το φθινόπωρο

Παρά την κρίση οι εκδοτικοί οίκοι ετοιμάζονται για το β΄ εξάμηνο του 2011

Οι επιλογές των ελλήνων εκδοτών στους τίτλους της ξένης πεζογραφίας, για το φετινό καλοκαίρι, κρίνονται ακόμα στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και στους τόπους των διακοπών. Είναι ομολογουμένως πολλές και καλύπτουν όλες τις αισθητικές απαιτήσεις.

Παρά την κρίση, στο πρώτο εξάμηνο του 2011, το πεδίο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας αποδείχθηκε ιδιαίτερα πλούσιο, με αρκετούς κλασικούς στο πρόγραμμα, σίγουρα αναγνώσματα καταξιωμένων σύγχρονών μας συγγραφέων αλλά και πολλές νέες προτάσεις.

Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι επιστρέφουν δριμύτεροι το προσεχές φθινόπωρο και ετοιμάζουν τα βιβλία που θα εκδώσουν μέχρι το τέλος του χρόνου κλείνοντας έτσι και το δεύτερο εξάμηνο του προγραμματισμού τους για το 2011. Το «Βήμα» επιχειρεί μια πρώτη «χαρτογράφηση» του τοπίου των βιβλίων που θα κυκλοφορήσουν μέχρι τον επόμενο Δεκέμβρη.

Το πολυαναμενόμενο «2666» του φοβερού χιλιανού Ρομπέρτο Μπολάνιο θα κυκλοφορήσει τελικά μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου στις εκδόσεις «Αγρα».

Ο «Μπόρχες του 21ου αιώνα» (ο χαρακτηρισμός, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι υπερβολικός), που έφυγε δυστυχώς πρόωρα απ’ τη ζωή το 2003, πρόλαβε ν’ αφήσει πίσω του μια σειρά έργων υψηλής ποιότητας. Το «2666» που κυκλοφόρησε το 2004 θεωρείται το αριστούργημά του, μια αναγνωστική εμπειρία. Ο ίδιος σκόπευε να εκδώσει πέντε διαφορετικά βιβλία που τελικά έγιναν τα πέντε κεφάλαια του μυθιστορήματος που κέρδισε το Βραβείο του Κύκλου των Κριτικών στην Αμερική το 2008. Ο ίδιος πρόλαβε να αποσπάσει και το σημαντικό ισπανικό βραβείο «Ρόμουλο Γκαλιέγος» το 1999. Η κολασμένη αφήγηση του Μπολάνιο μας ταξιδεύει στην πόλη Σάντα Τερέζα στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού όπου καθημερινά δολοφονούνται μυστηριωδώς νεαρές κοπέλες. Στην ουσία πρόκειται για την πραγματική πόλη Χουάρες του Μεξικού που άρχισε ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη απ’ το 1993 όταν εκεί, στα σύνορα της ανομίας και της βίας, άρχισαν να αγνοούνται φτωχές εργάτριες. Τα εκατοντάδες θύματα δίνουν την ευκαιρία σ’ έναν πραγματικό καλλιτέχνη να αποδείξει ότι το μυθιστόρημα έχει ακόμα περιθώρια ουσιαστικής «διεύρυνσης», παρά τα όσα τελεσίδικα λέγονται περί του αντιθέτου.


«Η πατρική κληρονομιά» (Πόλις) του Φίλιπ Ροθ, η οποία είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα απ' τις εκδόσεις Χατζηνικολή, συγκαταλέγεται στις αληθινές ιστορίες (non fiction) του συγγραφέα και αφορά τον πατέρα του. Ο γηραιός Χέρμαν Ροθ, με τον πλούτο των αναμνήσεων απ' τη ζωή στο Νιούαρκ της Νέας Υόρκης, βιώνει τις ματαιώσεις και την ανημπόρια του γήρατος. Ο γιος του, ημι-αυτοβιογραφούμενος, τον παρακολουθεί με το ανελέητο βλέμμα του, βαθιά συμπονετικό αλλά και αιχμηρά σαρκαστικό. Οι εκδόσεις «Πόλις» αγόρασαν τα δικαιώματα όλων των βιβλίων του Ροθ απ' τον εκδοτικό οίκο Χατζηνικολή που έκλεισε. Μια εμβληματική αμερικανίδα συγγραφέας, που ανήκει και στις μεγάλες μορφές της Νέας Δημοσιογραφίας στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, η Τζόαν Ντίντιον γράφει ένα βιβλίο για την απώλεια του συντρόφου της και την αγωνία της για την επιβίωση του παιδιού της. «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» (Κέδρος) είναι μια πολύ προσωπική ιστορία που βραβεύτηκε στις ΗΠΑ με το «Εθνικό Βραβείο Βιβλίου» του 2005 στην κατηγορία Non Fiction.

Ο Κάρλος Φουέντες βάζει μια κομμένη κεφαλή, να θυμηθεί και να διηγηθεί τη σύγχρονη ιστορία του Μεξικού (όπου σήμερα το έγκλημα κυβερνά ατιμώρητο) στο νέο πολυσέλιδο μυθιστόρημά του «Η θέληση και η τύχη» (Καστανιώτης). Επιπλέον, οι εκδόσεις «Άγρα» μέχρι το τέλος του χρόνου θα εκδώσουν το magnum opus του σπουδαίου μεξικανού συγγραφέα «Terra Nostra», ένα πραγματικό καλλιτέχνημα της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ στην ισπανική γλώσσα. Ο Φουέντες αναμειγνύει την ιστορία της Ισπανίας και της Νότιας Αμερικής, τον ινδιάνικο παγανισμό με τον χριστιανισμό και με ποικίλες λογοτεχνικές φόρμες, εγκιβωτισμένες ιστορίες και ζηλευτούς χαρακτήρες, μας χαρίζει ένα πραγματικό έπος που αναπτύσσεται στα συντρίμμια των διαφορετικών αυτών πολιτισμών. Λέγεται, ότι ο «εθνικός συγγραφέας» του Μεξικού έχει στο συρτάρι του πολλά μυθιστορήματα των οποίων όμως δεν έχει γράψει ακόμα το τέλος.

Στην «Ωκεανίδα» είναι έτοιμος για τύπωμα ο πρώτος τόμος του μυθιστορήματος της αμερικανίδας Αυν Ραντ «Ο Ατλας επαναστάτησε». Το τρομακτικό σε μέγεθος μυθιστόρημα της συγγραφέως (και το πλέον αναγνωρίσιμο) του «αντικειμενισμού» θα κυκλοφορήσει σε τρεις συνολικά τόμους πριν το 2012. Επίσης ετοιμάζονται το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο νομπελίστας Ορχάν Παμούκ με τίτλο «Τζεβντέτ μπέη και υιοί» αλλά και μια εκ βαθέων εξομολόγηση του ιάπωνα Χαρούκι Μουρακάμι για το τρέξιμο και τη συγγραφή, το «Γιατί πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο».

Ο κορυφαίος αλβανός συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ στο νέο του βιβλίο «Το μοιραίο δείπνο» (Μεταίχμιο) μας μεταφέρει στο Αργυρόκαστρο του 1943 προσπαθώντας να διαλευκάνει τι πραγματικά ήταν η επίσκεψη ενός διακεκριμένου χειρουργού στο σπίτι του γερμανού διοικητή μια μυστηριώδη νύχτα: δοσιλογισμός ή γνήσιος πατριωτισμός; Ο βραβευμένος με δυο Μπούκερ στο πρόσφατο παρελθόν, αυστραλός Πίτερ Κάρεϊ επανέρχεται στα ελληνικά με το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Παπαγάλος και ο Ολιβιέ στην Αμερική» (Ψυχογιός) όπου ο Αλέξις ντε Τοκβίλ στην ουσία, συγγραφέας του έργου «Η δημοκρατία στην Αμερική», ταξιδεύει στο Νέο Κόσμο και με τον προστάτη και κατάσκοπό του τον Παπαγάλο (έναν άνθρωπο που ήθελε να γίνει ζωγράφος αλλά κατέληξε υπηρέτης) παρατηρεί τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας.
Οι εκδόσεις «Κέδρος» μεταφράζουν για πρώτη φορά στα ελληνικά τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, έναν απ' τους πιο εκρηκτικούς και ταλαντούχους συγγραφείς της νέας γενιάς που αυτοκτόνησε το 2008, τον οποίο θα γνωρίσουμε από τη συλλογή διηγημάτων του «Αμερικανική Λήθη» και θα εκδώσουν το νέο μυθιστόρημα του Μπρετ Ίστον Έλις «Αυτοκρατορικές απολαύσεις» που επικεντρώνεται στην Καλιφόρνια της χλιδής και της παρακμής, την κρίση της μέσης ηλικίας και τον αξιακό εκτροχιασμό της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο γνωστός μας σκωτσέζος Αντριου Ο' Χέιγκαν φιλοδοξεί να μας κερδίσει εκ νέου με το μυθιστόρημα «Η ζωή και οι απόψεις του σκύλου Μαφ και της φίλης του, της Μέριλιν Μονρόε» (Πόλις). Η τελευταία φάση της ζωής, στις αρχές της δεκαετίας του 60', αυτής της μοιραίας ξανθιάς μέσα απ' τα μάτια και το στόμα ενός διασκεδαστικού αφηγητή, του σκύλου που της χάρισε ο Φρανκ Σινάτρα.

Ο γάλλος Ερίκ Φοτορινό, μετά τα «Κινηματογραφικά φιλιά», πάντα στις εκδόσεις «Πόλις», μας παρουσιάζει στο «Κορσακόφ» έναν διακεκριμένο νευρολόγο που πάσχει απ' το ομώνυμο σύνδρομο και τις διαταραχές της μνήμης του έρχεται να τις καλύψει το σύμπτωμα της νόσου που είναι η μυθοπλασία. Επίσης, ο Τριστάν Γκαρσία με το πρώτο μυθιστόρημά του «Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων» γράφει για το κίνημα της χειραφέτησης των ομοφυλοφίλων στη Γαλλία του 80' αλλά και την πληγή του έιτζ μέσα απ' τη δραματική ιστορία δυο ζευγαριών.

Ο αμερικανός Ερικ Λάρσον «Στον κήπο με τα θηρία, Ενα συναρπαστικό χρονικό της ανόδου του Τρίτου Ράιχ» αφηγείται αυτά που πέρασε μια οικογένεια αμερικανών στην χιτλερική Γερμανία διερευνώντας τη σκοτεινή σαγήνη του ναζισμού ενώ ο Λοράν Γκοντέ, που έχει βραβευτεί με Γκονκούρ στη Γαλλία, στο νέο του μυθιστόρημα «Στο έλεος του κυκλώνα» ασχολείται με τα δαιμόνια της φύσης και των ανθρώπων, την πίστη αλλά και τη δύναμη της ελπίδας, με φόντο την πρόσφατη καταστροφή στη Νέα Ορλεάνη. Τα βιβλία τα αναμένουμε απ' τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» όπως και τα «Εγγλέζικα σπαστά» του πρωτοεμφανιζόμενου Στίβεν Κέλμαν, για ένα νεαρό Γκανέζο που προσπαθεί να προσαρμοστεί, να μεγαλώσει σε μια σκληρή πολυπολιτισμική γειτονιά στο Πέκαμ του Λονδίνου. Το μυθιστόρημα ανταγωνίζεται στη μακρά λίστα του φετινού Μπούκερ δυο πολύ εκλεπτυσμένες πένες.

Πρόκειται για τον ιρλανδό Σεμπάστιαν Μπάρι και τον άγγλο Αλαν Χόλινγκχερστ. Τα βιβλία τους, «The Stranger's Child» (Το παιδί του ξένου) και το «On Canaan's Side» (Εις γην Χαναάν) αντιστοίχως, που σκάβουν τις μνήμες και το ρευστό παρελθόν των πατρίδων τους, ετοιμάζονται στις εκδόσεις Καστανιώτη. Επιπλέον, στις ίδιες εκδόσεις, ο ισπανός Ενρίκε Βίλα Μάτας επιστρέφει με την «Δουβλινιάδα» του, μια παρωδία για το τέλος του κόσμου και μια ανησυχία για το τέλος της ίδιας της λογοτεχνίας ενώ ο ελβετός Μάρτιν Ζούτερ, με μια απ' τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εκδοτικές επιτυχίες των τελευταίων ετών όπως «Ο μάγειρας του έρωτα», συνδυάζει έρωτα, χρήμα και συναίσθημα με τη γαστριμαργία.

Eπανεκδίδεται, σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα, το κλασικό μυθιστόρημα του νομπελίστα Ουίλιαμ Φόκνερ «Καθώς ψυχορραγώ»: το ταξίδι μιας οικογένειας στον αμερικανικό νότο μέσα στη δυστυχία της Μεγάλης Υφεσης του 30'. Το μυθιστόρημα που ανήκει στα αριστουργήματα του εικοστού αιώνα και στα διαμάντια της λογοτεχνίας του southern gothic κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1970, στην ίδια μετάφραση, απ' τον ίδιο οίκο.

Σε νέα μετάφραση (το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει απ' τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1992) επανεκδίδεται η πιο γνωστή συλλογή διηγημάτων του «αμερικάνου Τσέχοφ» και «βρώμικου ρεαλιστή» Ρέιμοντ Κάρβερ με τίτλο «Ο καθεδρικός ναός». Θα κυκλοφορήσει απ' τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση του Γιάννη Τζώρτζη. Στην ομότιτλη ιστορία ένας τυφλός βοηθά έναν άντρα, που 'χει κανονικά την όρασή του, να σχεδιάσει έναν καθεδρικό που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του.

Τέλος, με τα δύο μικρότερα μέλη της οικογένειας Γκλας ασχολείται ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ στο βιβλίο του «Φράνυ & Ζούι» (πρώτη φορά στα ελληνικά απ’ τον «Επίκουρο» το 1983) στις δύο ιστορίες που είχαν πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό New Yorker γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Θα κυκλοφορήσουν σε νέα μετάφραση απ’ τις εκδόσεις «Καστανιώτη».








Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

- Μα δεν ακούς τι αλλόκοτα που ψιθυρίζει το αεράκι της νύχτας; Δε βλέπεις τα φύλλα της λεύκας πώς τρέμουν; Ο Κόσμος της Σοφίας







- Eίναι ο ζωντανός πλανήτης μας που ανασαίνει.








Ο Νορβηγός συγγραφέας του παγκόσμιου μπεστ-σέλερ «Ο Κόσμος της Σοφίας» Jostein Gaarder, είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Γνωρίζοντας καλά την ανάγκη του ανθρώπου για γνώση και ιδιαίτερα τα επίμονα εφηβικά ερωτήματα, μας παρουσιάζει την ιστορία της φιλοσοφίας μέσα από ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το μυθιστόρημα έχει ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, η Σοφία. Όπως κάθε έφηβος, έτσι και εκείνη θεωρεί τη ζωή της ανιαρή μέχρι να αρχίσει να λαμβάνει ανώνυμες επιστολές με απλά ερωτήματα για την καθημερινότητά της, τα οποία θα αποδειχθεί ότι έχουν βαθύτατες έννοιες και θα την οδηγήσουν στο «παιχνίδι» της φιλοσοφίας. Σκοπός του «παιχνιδιού» είναι να βρει τις απαντήσεις που χρειάζεται, για να μάθει από πού και γιατί δημιουργήθηκε ο κόσμος στον οποίο ανήκει.

Ταξιδεύει μέσα στο χρόνο από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας ως το σήμερα. Συναναστρέφεται με φιλοσόφους, μαθαίνει απόψεις και γεγονότα, τα οποία ενώ τώρα θεωρούνται αυτονόητα, κάποτε υπήρξαν υπέρλογα. Μαθαίνει επίσης ότι υπήρξαν άνθρωποι που έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους για να υποστηρίξουν τα «πιστεύω» τους, τα οποία ταυτίζονται με τα σημερινά δεδομένα και μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος εξελίσσεται μέρα με τη μέρα, καθώς και ότι αυτό θα συμβαίνει μέχρι να επέλθει το τέλος του είδους του.

Πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο που χαρίζει στον καθένα μας ένα τέτοιο ταξίδι γνώσης και φαντασίας με «ανοιχτό» εισιτήριο, έτσι ώστε να ταξιδέψουμε όποτε θέλουμε και όσες φορές επιθυμούμε. Γνωρίζοντας την ιστορία μας και, συνεπώς, όλα αυτά που έπραξαν κάποιοι, πριν τόσα χρόνια, για να ζούμε εμείς σε έναν καλύτερο κόσμο, μας δίνει σίγουρα δύναμη και θέληση για να αντιμετωπίσουμε το αύριο. Τέλος, αν υπάρχουν κάποιοι με τον απαραίτητο ζήλο για να ακολουθήσουν το παράδειγμα εκείνων που τόσο πάλεψαν, θα ήταν φρόνιμο να το πραγματοποιήσουν για να μπορέσουμε να αφήσουμε και εμείς κάτι σε αυτούς που θα μας «διαδεχθούν».




Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

«Είμαι πολύ ευτυχής που μπορώ να μιλάω με οποιονδήποτε από την Ελλάδα αυτήν τη στιγμή, επειδή νομίζω ότι αισθάνομαι το μέγεθος της τραγωδίας που ζείτε



«Το σύστημα αφομοιώνει τους επαναστάτες του»


Γυρισμένη το 1968, στην πιο ταραγμένη χρονιά της εξίσου ταραγμένης δεκαετίας του ’60, η ταινία «If… Επαναστατημένη γενιά» αποτελεί κινηματογραφικό ορόσημο: νεανική αμφισβήτηση, επανάσταση, απαξία στο σύστημα και στους κανόνες, σε μια ποιητική όσο και κυνική ματιά στην επανάσταση κάθε μαθητή που έχει υποστεί σχολική καταπίεση, σε οποιαδήποτε εποχή. Το φιλμ του Λίντσεϊ Αντερσον, που επαναπροβάλλεται εδώ και λίγο καιρό στις αίθουσες από τη New Star, δείχνει απίστευτα επίκαιρο, ενώ εστιάζει στο στάδιο της «εξέγερσης», που σχεδόν αναγκαία ξεπηδά μέσα στην ψυχή κάθε νέου, την ανάγκη του να πει κάτι διαφορετικό, να καταλύσει καθετί παλιό και να δημιουργήσει έναν δικό του, καινούργιο κόσμο.
Πρωταγωνιστής της ταινίας, στον ρόλο του Μικ, ενός μαθητή σε αυστηρό βρετανικό σχολείο αρρένων της δεκαετίας του ’60, είναι ο Μάλκολμ Μακ Ντάουελ, ο οποίος ήταν 25 χρόνων όταν έπαιξε στο «If…» και είδε τη ζωή του να αλλάζει ριζικά. «Ηταν η αφετηρία σε μια μεγάλη διαδρομή» μάς είπε ο ίδιος σε μια συζήτηση 50 λεπτών που δεν θα γινόταν ποτέ χωρίς την προσπάθεια του διανομέα της ταινίας στην Ελλάδα, Βελισσάριου Κοσσυβάκη, και του ατζέντη του Μακ Ντάουελ, Κρις Ρόου. Χάρη στο «If…» τον πρόσεξε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ και του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» για τον οποίο πάντα θα θυμόμαστε τον Μακ Ντάουελ που αργότερα θα έπαιζε σε ταινίες όπως «Ενας τυχερός άνθρωπος», επίσης του Αντερσον, και «Καλιγούλας».

«Θα πρέπει να υπάρχουν ορισμένοι πραγματικά έξυπνοι επιχειρηματίες στην Ελλάδα για να φέρουν ξανά στην επικαιρότητα μια ταινία 42 ετών όπως το “If…”» σχολιάζει ο Μακ Ντάουελ, τον οποίο βρήκαμε στο Λος Αντζελες στις 13 Ιουνίου, ανήμερα των γενεθλίων του. Η φωνή του εξακολουθεί να έχει την ίδια διεστραμμένη χροιά με εκείνη του Αλεξ από το «Κουρδιστό πορτοκάλι» και λέει: «Είμαι πολύ ευτυχής που μπορώ να μιλάω με οποιονδήποτε από την Ελλάδα αυτήν τη στιγμή, επειδή νομίζω ότι αισθάνομαι το μέγεθος της τραγωδίας που ζείτε. Δεν νιώθω τον πόνο με τον ίδιο τρόπο, βέβαια, αλλά η καρδιά μου είναι εκεί, μαζί σας».

Προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου την εικόνα. Ενας νεαρός ηθοποιός, με μηδενική κινηματογραφική εμπειρία, κάνει το ντεμπούτο του και μάλιστα ως πρωταγωνιστής σε μια ταινία πολύ βαριά σε ό,τι αφορά την πολιτική θέση της, την ιδεολογία της και τα μηνύματά της. Ηταν εύκολο για αυτόν τον ηθοποιό, δεδομένου ότι ήσασταν πολύ νέος και άπειρος όταν παίξατε στο «If...»; «Το θέμα είναι ότι δεν ένιωθα καν ότι υποκρίνομαι, επειδή δούλευα με τον Λίντσεϊ Αντερσον, έναν μετρ του σινεμά, και με έκανε να νιώθω τόσο, μα τόσο άνετα. Ο,τι έκανα στην ταινία ήταν εντελώς φυσικό, ποτέ δεν ένιωσα ότι έπαιζα».

Ξέρετε για ποιον λόγο ο Λίντσεϊ Αντερσον επέλεξε εσάς για τον ρόλο του Μικ; «Ο λόγος που με επέλεξε παραμένει ένα μυστήριο για εμένα επειδή… δεν τον έμαθα ποτέ! Δεν ήμουν παρά ένας νέος, άγνωστος ηθοποιός από το Λιντς που απλώς κλήθηκε σε μια οντισιόν. Ο Λίντσεϊ Αντερσον όμως ήταν πάντοτε πολύ προσεκτικός στο κάστινγκ των ταινιών του. “Το κάστινγκ είναι το 90%” συνήθιζε να μου λέει. Και είχε δίκιο, απόλυτο δίκιο. Διότι, αν κάνεις ένα λάθος στο κάστινγκ, το φιλμ είναι καταδικασμένο. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω για να το διορθώσεις».

Εσείς τι πιστεύετε ότι είδε σε σας ο Αντερσον για να σας επιλέξει; «Προφανώς είδε κάτι σε εμένα, ναι. Δεν ξέρω… Είχα, βέβαια, πάρα πολύ χρόνο για να το σκεφτώ όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε. Νομίζω ότι το πρόσωπό μου, εκείνη την εποχή, όταν ήμουν νέος, τόσα χρόνια πίσω, παρουσίαζε ένα είδος αυθάδειας, ένα είδος “fuck-you’’ συμπεριφοράς το οποίο ήταν αυτό που ο Αντερσον αναζητούσε».

Από όσο ξέρω, το φιλμ γυρίστηκε πριν από τα γεγονότα του Μάη του ’68, πράγμα που κάνει την ταινία ακόμη και προφητική. Συμφωνείτε σε αυτό; «Απολύτως! Προβλήθηκε μεν τον Δεκέμβριο, αλλά γυρίστηκε πριν από τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Την ώρα που γυρίζαμε το τελικό ξέσπασμα στην ταινία, τη στιγμή που οι μαθητές έχουν κάνει κατάληψη στο σχολείο με τα πολυβόλα, την ίδια ακριβώς εποχή, οι “Times” του Λονδίνου είχαν στο πρωτοσέλιδό τους τη φωτογραφία ενός μαθητή στη στέγη του Πανεπιστημίου της Σορβόννης με το αυτόματο όπλο στα χέρια! Ο Λίντσεϊ μου το έδειξε και είπε: “Ορίστε! Κάνουμε τη σωστή ταινία! Και την κάνουμε τη σωστή εποχή”. Ηταν πραγματικά σαν να βλέπαμε μια φωτογραφία από τα γυρίσματά μας. Οταν το φιλμ διανεμήθηκε στο τέλος του 1968, ζούσαμε την εποχή της αληθινής επανάστασης. Διαδηλώσεις στο Παρίσι και στη Σορβόννη, μαθητές με πολυβόλα στις στέγες. Στο Λονδίνο επίσης. Σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Εχετε τόσο δίκιο που προηγουμένως χαρακτηρίσατε το “If... ” πολιτικό φιλμ, διότι είναι βέβαια. Το σχολείο είναι μια μεταφορά για τον κόσμο μας, την κοινωνία μας. Εμφανώς ο Λίντσεϊ επέλεξε τον μικρόκοσμο ενός κλειστού περιβάλλοντος, ενός προνομιούχου περιβάλλοντος, για να δείξει τι γινόταν σε όλον τον κόσμο. Είναι μια αριστουργηματική μεταφορά».

Την ίδια ώρα, όμως, που το «If…» είναι μια ταινία της εποχής της αποδεικνύεται και ταινία για όλες τις εποχές. Πού το αποδίδετε; «Αυτό οφείλεται στο ότι ο Λίντσεϊ Αντερσον ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Και ένας σπουδαίος ποιητής. Κάποτε τον είχα ρωτήσει γιατί αγαπούσε τόσο πολύ τον Τζον Φορντ. “Ξέρεις, Μάλκολμ”, μου είχε απαντήσει, “υπάρχουν πολλοί σπουδαίοι σκηνοθέτες και πολύ λίγοι σπουδαίοι ποιητές. Ο Τζον Φορντ ήταν και τα δύο”. To ίδιο και ο Λίντσεϊ Αντερσον. Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, τον έκανε σπουδαίο σκηνοθέτη ήταν ότι ήξερε απέξω και ανακατωτά τους έλληνες κλασικούς. Είχε σπουδάσει ελληνική φιλοσοφία και ελληνικό θέατρο. Είχε πάρει πολλά από τους αρχαίους Ελληνες, κυρίως την απλότητά τους. Μιλούσε συνεχώς για το πόσο ξεκάθαρα έβλεπαν τα πράγματα οι αρχαίοι Ελληνες».

Λένε ότι μόνο όταν αντιλαμβάνεσαι την απλότητα μπορείς να γίνεις σύνθετος. «Αυτό ακριβώς μου είχε πει κάποτε ο Λίντσεϊ. Είχα σπουδάσει μόνο λατινικά και όχι ελληνικά. Μου είπε ότι αυτό θα ήταν μια μεγάλη τρύπα στην εκπαίδευσή μου. Επειδή, εφόσον δεν ήξερα τίποτε για το αρχαίο ελληνικό δράμα, δεν γνώριζα και πόσο σημαντικό ήταν στην εξέλιξη του δράματος όπως το γνωρίζουμε σήμερα».

Ενα από τα επιτεύγματα του «If…» είναι ότι για πρώτη φορά ίσως στα χρονικά του βρετανικού κινηματογράφου εστιάζει στις μεθόδους λειτουργίας ενός σχολείου της Αγγλίας. «Η εκπαίδευση στην Αγγλία είναι πολύ διαφορετική από κάθε άλλη σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρώτα από όλα, ξεκίνησε τον Μεσαίωνα. Πριν από εκατοντάδες χρόνια, η αριστοκρατία της Αγγλίας αποφάσισε να στέλνει τα παιδιά της να εκπαιδεύονται ώστε στη συνέχεια να πηγαίνουν σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο και να κυβερνούν τις κτήσεις των αυτοκρατοριών τους. Αυτός είναι ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκαν τα διασημότερα σχολεία στην Αγγλία. Δεν μπορώ καν να θυμηθώ πόσοι πρωθυπουργοί της Βρετανίας πήγαν σε σχολεία όπως το Ιτον και το Χάροου, όμως το ποσοστό είναι τεράστιο. Αυτό βέβαια δείχνει ότι το σύστημα, το κατεστημένο, είναι πολύ προνομιούχο. Δεν είναι φθηνό να στέλνεις το παιδί σου σε ένα τέτοιο σχολείο».

Νομίζετε ότι η επαναστατική φύση του Αντερσον βοήθησε στην επιτυχία της ταινίας; «Ναι, επειδή ο Λίντσεϊ πολιτικά ήταν πέρα για πέρα ένας αναρχικός. Ηθελε να τα βάζει με όλους. Μόνον ένας άνθρωπος, όμως, που αγαπούσε το σχολείο του θα μπορούσε να φτιάξει μια ταινία όπως το “If…”. Δείτε την ταινία με προσοχή και θα αντιληφθείτε πόσο αγαπησιάρικα έχει κινηματογραφήσει ο Λίντσεϊ το σχολείο. Δεν επιτίθεται εναντίον του. Το δείχνει όπως είναι. Και αυτό που είναι έχει μια ομορφιά από πολλές απόψεις. Θυμάμαι ότι έβλεπα το “If…” και έλεγα μέσα μου: “Μακάρι να είχα πάει και εγώ σε αυτό το σχολείο”. Ηταν, ξέρετε, το σχολείο στο οποίο είχε πάει ο ίδιος ο Αντερσον. Το Κολλέγιο Τσέλτεναμ, στη Δυτική Αγγλία, ένα δημόσιο σχολείο στο οποίο φοιτούσαν γιοι αξιωματικών του στρατού. Ενα πραγματικά πολύ όμορφο σχολείο».

Δεν ήξερα ότι το σχολείο ήταν αυτό στο οποίο είχε πάει ο ίδιος ο Αντερσον, αλλά το εντυπωσιακό για την εποχή της ταινίας ήταν ότι του επετράπη να γυρίσει μια τόσο επαναστατική ιστορία χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις ενός πραγματικού σχολείου! «Σωστή παρατήρηση. Η ιστορία έχει ως εξής: Ο Λίντσεϊ έδειξε στον τότε γυμνασιάρχη του σχολείου του ένα ψεύτικο σενάριο ή, μάλλον, ένα ψεύτικο φινάλε στο ίδιο σενάριο. Το έκανε επειδή σε καμία περίπτωση δεν θα μας είχαν επιτρέψει να γυρίσουμε την ταινία στο σχολείο αν ήξεραν ότι θα έκλεινε με μια επανάσταση μαθητών! Με το ψεύτικο σενάριο που είδε, λοιπόν, ο γυμνασιάρχης του σχολείου συμφώνησε να παραχωρήσει το σχολείο. Μόνο που, προτού το φιλμ διανεμηθεί στις αίθουσες, ο Αντερσον όφειλε να το δείξει στον γυμνασιάρχη. Ηρθε, λοιπόν, ο γυμνασιάρχης στο Λονδίνο για την προβολή μαζί με άλλους γυμνασιάρχες – είναι πολύ αστείο και όποτε το σκέφτομαι γελάω – και αυτή ήταν η μόνη προβολή της ταινίας στην οποία ο Αντερσον δεν ήταν παρών. Θα πρέπει να πέρασαν πολύ άσχημα οι δάσκαλοι σε αυτήν την προβολή. Τους φαντάζομαι σε κατάσταση απόλυτης, παγωμένης οργής. Αργότερα, ο γυμνασιάρχης του Τσέλτεναμ έστειλε ένα γράμμα στον Αντερσον. Θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον 20 σελίδες, γιατί ο φάκελος ήταν πραγματικά πολύ παχύς. Ο Λίντσεϊ τον άφησε κλειστό στο κομοδίνο του για τουλάχιστον μια δεκαετία. Δεν άνοιξε ποτέ τον φάκελο».

Δηλαδή δεν μάθατε ποτέ το περιεχόμενο του φακέλου; «Ακούστηκε απλώς ότι ο γυμνασιάρχης αποκάλεσε την κίνηση του Λίντσεϊ “φρικτή προδοσία”. Αυτό θα έλεγαν όμως ούτως ή άλλως, έτσι δεν είναι;».

Και θα είχαν και κάποιο δίκιο όμως… «Χα! Ακριβώς. Ωστόσο, κάποιες φορές, πρέπει να προχωράς μπροστά. Πρέπει να λειτουργείς και έτσι».

Πρέπει πάντως να θέλει κότσια να αποφασίσεις να ξεγελάσεις το βρετανικό σύστημα. «Ακριβώς! Ο Λίντσεϊ ήταν μια εξαίρεση. Γιατί ένα πράγμα πρέπει να καταλάβετε για το βρετανικό κατεστημένο και δεν ξέρω αν αυτό ισχύει στην Ελλάδα. Είναι εξαιρετικό στο να αφομοιώνει τους επαναστάτες του. Αν παρουσιάσεις ένα αντίθετο επιχείρημα, θα επιχειρηματολογήσουν βεβαίως εναντίον του, αλλά το σύστημα θα σε ρουφήξει και θα βρει χώρο να σε εντάξει στο στρατόπεδό του. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι Βρετανοί ήταν εξαιρετικοί στην κατάκτηση ξένων χωρών και στη δημιουργία αυτοκρατοριών».

Ισχύει ακόμη και σήμερα αυτό; «Οχι βέβαια, προς Θεού, όχι. Αλλά κοιτάξτε τι γίνεται. Σήμερα προβάλλουν το “If…” στα σχολεία στην Αγγλία λέγοντας στα παιδιά: “Βλέπετε; Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε με τίποτε να γίνει σήμερα”».

Το «If…» κυνηγήθηκε αρκετά στην εποχή του, έτσι δεν είναι; Λογοκρίθηκε κιόλας; «Δεν λογοκρίθηκε στην Αγγλία αλλά, ναι, κυνηγήθηκε πολύ. Θυμάμαι πως όταν η ταινία προβλήθηκε στις Κάννες, το 1969, όταν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα, ο βρετανός πρεσβευτής στη Γαλλία το κακολογούσε συνέχεια αποκαλώντας το “σκουπίδι” αποτρέποντας τον κόσμο από το να πάει να το δει. Αυτό βέβαια δεν πτόησε τους κριτικούς όλου του κόσμου που ομόφωνα είπαν ότι πρόκειται για σπουδαία δουλειά. Στις περισσότερες περιπτώσεις ένα πραγματικά σημαντικό φιλμ δεν αναδεικνύεται παρά μόνο 10-15 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του. Στην περίπτωση αυτής της ταινίας όμως, όλοι συμφώνησαν αμέσως για τη σπουδαιότητά της. Και σε πολλά επίπεδα... Θεέ μου, πόσα επίπεδα μπορείς να βρεις! Οχι μόνο το πολιτικό, αλλά και το σεξουαλικό, το κοινωνικό...».

Για την εποχή του, ακόμη και η κινηματογράφηση είναι εξαιρετικά μοντέρνα, θα το αποκαλούσε κανείς έως και πειραματικό φιλμ. «Ασφαλώς, το ασπρόμαυρο, οι μονοχρωμίες. Αλλά αυτό ήταν ο Λίντσεϊ, του άρεσε να είναι απλώς αυθαίρετος, όπως ανέφερα πριν, ήθελε να τα βάζει με όλους. Οταν γυρίζαμε τη σκηνή της εκκλησίας, δεν μας επετράπη να χρησιμοποιήσουμε φωτισμό, επειδή το κτίριο ήταν μνημείο του 16ου αιώνα. Τη γυρίσαμε σε μονοχρωμία. Και έτσι όπως ο Λίντσεϊ κοίταζε για ώρα τη σκηνή, είπε ξαφνικά: “Λατρεύω το ασπρόμαυρο”. Η βοηθός του τον ρώτησε πώς θα γυρίζαμε τη σκηνή την επομένη. “Ασπρόμαυρο”, είπε ο Λίντσεϊ, “γιατί όχι;’’. Ηταν μια αυθόρμητη απόφαση της στιγμής, χωρίς δεύτερη σκέψη. Τίποτε σχεδιασμένο, απλώς του άρεσε».

Στην ταινία ο ήρωάς σας, ο Μικ Τράβις, λέει την εξής φράση και θα ήθελα να τη σχολιάσετε και να μου πείτε αν την πιστεύετε: «Η βία και η επανάσταση είναι οι μόνες αληθινές δράσεις». «Οι μόνες “αγνές” δράσεις».

Αγνές, σωστά. Εντυπωσιακό που θυμάστε με ακρίβεια τη φράση. Συμφωνείτε με αυτήν την άποψη; «Για τον ήρωα, την εποχή της ταινίας, ήταν κάτι που πίστευε βαθιά μέσα του. Το πίστευε. Είναι, όμως, μια ποιητική φράση. Δεν ήταν πρόθεση κανενός να την εκλάβουν ως ασπίδα για να σκοτώνονται παιδιά στο σχολείο, όπως συνέβη στο γυμνάσιο του Κολουμπάιν στο Κολοράντο. Εκεί υπάρχει σκοτάδι και κακό. Στο “If…” δεν είναι έτσι. Και χαίρομαι που το επισημάνατε, διότι είναι μια φράση που λέει πολλά».

Ναι, διότι η φράση κάνει λόγο για βία και επανάσταση, όχι βία για τη βία, όπως, για παράδειγμα, είναι η βία που εκπροσωπεί ο Αλεξ, ο ήρωάς σας στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. «Σωστά, η βία του Αλεξ στο “Κουρδιστό πορτοκάλι” ήταν αποτέλεσμα ανήθικης συμπεριφοράς. Ο Μικ Τράβις στο “If...” είναι αγνός επαναστάτης».

Οταν γυρίζατε το «If…», η προσωπική ιδεολογία σας ταίριαζε με αυτήν του ήρωα στην ταινία; «Ναι! Φυσικά την καταλάβαινα, αν και δεν νομίζω ότι θα κατέβαινα με όπλα στους δρόμους – ασφαλώς όχι. Αλλά την εποχή της νιότης μου, οι νέοι της γενιάς μου, ήταν πολύ ένθερμοι στη μάχη εναντίον της παλιάς τάξης. Γιατί αυτό που συνέβη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Μεγάλη Βρετανία ήταν τρομερό. Το σύστημα θέλησε να προχωρήσει λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ ο πόλεμος, λες και τα βάσανα που όλοι πέρασαν τότε δεν είχαν επηρεάσει τον κόσμο. Οι άνθρωποι από την επαρχία και οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, άνθρωποι που είχαν περάσει όλη αυτήν την τραγωδία και την οδύνη του πολέμου, πολύ απλά δεν μπορούσαν να το ανεχθούν. Και μπορώ να σας πω ότι κάτι τόσο απλό, όπως οι Beatles ας πούμε, έκανε τεράστια διαφορά στην αγγλική κοινωνία – επειδή αυτοί οι τέσσερις ήταν παιδιά από την εργατική τάξη του Λίβερπουλ. Ηρθαν και κατέκτησαν όχι μόνο το Λονδίνο, αλλά και τη Νέα Υόρκη, το Λος Αντζελες, τον κόσμο ολόκληρο. Ξαφνικά, το να έχεις μια περίεργη προφορά και να έρχεσαι από το πουθενά σού έδιναν ένα σπουδαίο συν! Το ίδιο συνέβη σε όλες τις τέχνες. Στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο».

Ποιος ήταν το πρότυπο των νέων ηθοποιών εκείνη την εποχή στο θέατρο και τον κινηματογράφο; «Ο Αλμπερτ Φίνεϊ, βέβαια. Αυτός ήταν το μέτρο σύγκρισης. Εφόσον ο Αλμπερτ, ένα παιδί της εργατικής τάξης του Λανκασάιρ, μπορούσε να κατέβει στο Λονδίνο και να κάνει ό,τι ήθελε, τότε όλοι μπορούσαμε!».

Οχι ο Μάικλ Κέιν; «Ως ένα σημείο, ναι. Εγώ όμως κατάγομαι από τη Βόρεια Αγγλία, επομένως είμαι καλύτερα συντονισμένος με τον Αλμπερτ».

Ως μαθητής είχατε παρόμοιες εμπειρίες με αυτές του ήρωά σας στο «If…»; «Οχι τόσο ακραίες, όχι. Πήγα και εγώ σε δημόσιο σχολείο και ο Λίντσεϊ συνήθιζε να μου λέει ανάμεσα σε ένα διακριτικό ρούφηγμα της μύτης: “Ναι, Μάλκολμ, αλλά το δικό σου σχολείο ήταν ήπιο”. Ακόμη και στα δημόσια σχολεία υπάρχει ιεραρχία. Τα πολύ καλά, τα λιγότερο καλά και τα φτωχά. Η εκπαίδευση, πάντως,ήταν πάνω-κάτω η ίδια. Οι κλασικοί, λατινικά, ελληνικά, έμφαση στα σπορ, αλλά και στο θέατρο. Στο σχολικό θέατρο είχα παίξει όλους τους μεγάλους ρόλους του Σαίξπηρ».

Υπήρξε κάποιος λόγος που το όνομα Μικ Τράβις ακολούθησε εσάς και τον Λίντσεϊ Αντερσον στις δύο επόμενες ταινίες σας, το «Ενας τυχερός άνθρωπος» και «Βρετανία, ένα τρελό νοσοκομείο»; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι σε αυτές τις ταινίες κατά κάποιον τρόπο βλέπουμε την εξέλιξη του Μικ; «Οχι, Με τίποτε. Ο Ντέιβιντ Σέργουιν, που έγραψε τα σενάρια και τους ρόλους, δεν μπορούσε να φανταστεί άλλο όνομα για μένα. Αυτό ήταν όλο. Δεν είναι οι ίδιοι ήρωες με τίποτε. Το όνομα και ο ηθοποιός είναι απλώς οι ίδιοι».

Ασφαλώς. Απλώς αναρωτιέμαι αν στο πίσω μέρος του μυαλού σας υπήρχε αυτή η υποψία μιας άλλης πλευράς του Μικ. «Οχι, καθόλου. Εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες. Ο Μικ του “If…” ήταν ένας καθαρός επαναστάτης, ένας άνδρας που δεν λειτουργούσε ορμώμενος από το συναίσθημα. Ηταν άνθρωπος του μυαλού και του σχεδίου. Εχτιζε τις καταστάσεις. Δεν ήταν ένας αθώος, κάτι που είναι ο Μικ Τράβις του “Ενας τυχερός άνθρωπος”. Ο Λίντσεϊ ήταν πολύ “μπρεχτικός” αν θέλετε. Λέει στο κοινό “ναι, είναι ο ίδιος ηθοποιός, ναι, είναι το ίδιο όνομα και, ναι, θα σας κάνουμε να το πιστέψετε ούτως ή άλλως”».

Πιστεύετε ότι το «If...» είναι μια ταινία που θα μπορούσε να γυριστεί σήμερα; «Η απλή απάντηση είναι με τίποτε απολύτως. Ακόμη και το 1968, το να τη γυρίσεις υπήρξε ένα θαύμα. Σταθήκαμε πολύ τυχεροί. Τα λεφτά τελείωσαν δύο φορές, νομίζω. Oφείλω στο “If…” ό,τι είμαι. Ηταν η αφετηρία σε μια μεγάλη διαδρομή. Χάρη σε αυτό ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ μού πρόσφερε τον ρόλο του Αλεξ στο “Κουρδιστό πορτοκάλι”. Μου το είπε η Κριστιάνε Κιούμπρικ, η χήρα του. Το είδε στο σπίτι του τρεις-τέσσερις φορές και αμέσως με κάλεσε. Η Κριστιάνε μού μετέφερε αυτό που της είπε: “Βρήκαμε τον Αλεξ μας”. Αυτό ήταν».

Αν σας ζητούσα να συγκρίνετε τις δύο ταινίες, τι θα λέγατε; «Το “Κουρδιστό πορτοκάλι” είναι ένα σπουδαίο φιλμ, μία από τις πιο εμβληματικές ταινίες όλων των εποχών. Για μένα πάντως το “If…” είναι το αριστούργημα».

Ο Κιούμπρικ είχε τη φήμη του τελειομανούς. Είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι για να γυρίσει όσο το δυνατόν καλύτερα τη σκηνή που εσείς πέφτετε από το παράθυρο στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» πετούσε την κάμερα κάτω μέχρι που την κατέστρεψε; «Αυτό, εν μέρει, είναι αλήθεια. Δεν ήταν η κάμερα που χρησιμοποιούσε στην ταινία, αλλά μια παλιά κάμερα χειρός που την είχε διατηρήσει όμως σε τέλεια κατάσταση. Την είχε τοποθετήσει σε ένα προστατευτικό κουτί για να την προφυλάξει – κάτι που τελικά δεν έγινε, γιατί έσπασε και το κουτί και η κάμερα! Μια όμορφη κάμερα. Θα πρέπει να την πέταξε τρεις-τέσσερις φορές. Απερίγραπτα τελειομανής. Δεν έχω γνωρίσει πιο τελειομανή άνθρωπο στη ζωή μου. Με όποιο είδος και αν ασχολήθηκε, και ασχολήθηκε σχεδόν με όλα, έδινε την καλύτερη ταινία. Δεν θα υπήρχε “Πόλεμος των άστρων” αν δεν είχε γυριστεί το “2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος”».

Παραλίγο να είχε κάνει και ένα γουέστερν, το «Η εκδίκηση είναι δική μου», αλλά τα τσούγκρισε με τον Μάρλον Μπράντο... «Βλέπετε, ο Στάνλεϊ έκανε παρέλαση στους ρυθμούς του δικού του τυμπάνου. Ηταν ένας σπουδαίος δημιουργός που δούλεψε εκτός συστήματος, εκτός Χόλιγουντ, ένας αληθινός καλλιτέχνης. Είχε αντιληφθεί ότι δεν μπορείς να είσαι καλλιτέχνης στο Χόλιγουντ. Επρεπε να κάνεις αυτό που θα σου πουν. Και ο καθένας είχε τη δική του γνώμη. Μετά τον “Σπάρτακο”, όπου είχε τον σταρ και παραγωγό της ταινίας, τον Κερκ Ντάγκλας, να του υποδεικνύει τι να κάνει, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν ισχύει μόνο με τον Κιούμπρικ αλλά με όλους. Στο Χόλιγουντ κάνουν ταινίες υπό επιτροπεία».

Πιστεύετε ότι ταινίες όπως το «If…» διευρύνουν τη σκέψη του κοινού, το βοηθούν να αντιμετωπίζει τον κόσμο διαφορετικά; Ακόμη και το κοινό που πηγαίνει στο σινεμά μόνο και μόνο για να διασκεδάσει; «Βέβαια! Αν μπορείς να κάνεις μια ταινία που θα καταφέρει να βοηθήσει έστω και έναν θεατή στους 500 να σκεφτεί κάτι άλλο, να σκεφτεί για τη ζωή του με οποιονδήποτε τρόπο, τότε έχεις πετύχει. Είναι σαν να παρατηρείς έναν πίνακα και να βλέπεις κάτι άλλο, να σκέφτεσαι κάτι άλλο. Ή να διαβάζεις ένα βιβλίο και να λες: “Ω Θεέ μου! Πρέπει να αλλάξω τη ζωή μου”. Αυτές οι ταινίες υπήρξαν πολύ σημαντικές για τη ζωή πολλών ανθρώπων. Μου έχει πει κόσμος ότι το “If…” άλλαξε τη ζωή του. Ασφαλώς δεν έχει γυριστεί ακόμη ταινία που να αλλάξει τον κόσμο, αλλά αν μπορέσεις τουλάχιστον να διασκεδάσεις και να παρηγορήσεις κάποιους, τότε έχεις κάνει ήδη αρκετά. Πιστεύω ότι αρκετοί από όσους ένιωσαν το “If…” να τους συνεπαίρνει είχαν βαθιά μέσα τους μια πίκρα, χωρίς να ξέρουν γιατί. Και η θέασή του έκανε την πίκρα ορατή. Τους βοήθησε να καταλάβουν λίγο παραπάνω τον εαυτό τους».

Μια από τις τελευταίες ταινίες σας είναι το «Artist». Δεν το θεωρείτε τολμηρό μια ταινία να γυρίζεται ασπρόμαυρη και βωβή εν έτει 2011; Αν και μπορεί να γίνει καλλιτεχνική επιτυχία μετά τη βράβευσή της στις Κάννες για την ερμηνεία του Ζαν Ντυζαρντέν. «Συμφωνώ μαζί σας ότι η ταινία μπορεί να γίνει επιτυχία. Και βέβαια, μια τέτοια ταινία σήμερα μόνο από Γάλλους θα μπορούσε να γυριστεί. Λέμε για το Χόλιγουντ... Η “μαγεία” του Χόλιγουντ, το Χόλιγουντ εκείνο, το Χόλιγουντ το άλλο. Και όμως, στο Χόλιγουντ δεν θα μπορούσε με τίποτε να γυριστεί μια τέτοια ταινία. Γιατί στο Χόλιγουντ όλα κρίνονται από το χρήμα και τους χαρτογιακάδες που δεν έχουν ιδέα από κινηματογράφο».

Γιατί στο «Artist» εμφανίζεστε μόνο για μερικά δευτερόλεπτα; «Με ήθελαν για περισσότερο χρόνο, αλλά το πρόγραμμά μου δεν το επέτρεπε. Επειδή όμως μου άρεσε η ιδέα της ταινίας, τους είπα: “Αν μου βρείτε κάτι μικρότερο, για μία ημέρα, θα το κάνω”. Και έγραψαν κάτι ειδικά για μένα. Πήγα ένα πρωινό στα στούντιο της Paramount, πέρασα υπέροχα, έφαγα ένα εξαιρετικό μεσημεριανό και μετά με πήγαν σπίτι. Αυτό ήταν».

Κύριε Μακ Ντάουελ, αν το «Κουρδιστό πορτοκάλι» διανεμηθεί και πάλι στην Ελλάδα, υπόσχεστε ότι θα κάνουμε μια κουβέντα αποκλειστικά για αυτήν την ταινία; «Ασφαλώς. Ισως έρθω στην Ελλάδα να την κάνουμε από κοντά. Ξέρετε, ένα από τα πράγματα για τα οποία μετανιώνω στη ζωή μου είναι ότι δεν ήρθα ποτέ στην Ελλάδα. Μένω στην Αμερική και ταξιδεύω συχνά στην Αγγλία, στην Γαλλία, στην Ιταλία, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν ταξίδεψα στην Ελλάδα. Την επόμενη φορά που θα έρθω στην Ευρώπη θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να έρθω. Θέλω να δω τα ελληνικά νησιά, να δω την Ελλάδα. Γιατί είναι, ας το παραδεχθούμε, η αρχή του πολιτισμού μας έτσι όπως τον ξέρουμε».


κλικ
Ο Μάλκολμ Μακ Ντάουελ, ο πρωταγωνιστής στα εμβληματικά «If...» και «Κουρδιστό Πορτοκάλι», μιλάει για την εξέγερση στα 60s και στο σήμερα.

* Αυτή η συνένττευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 26 Ιουνίου 2011.