Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Γιατί απέναντι από την Κόλαση στέκει πάντα ο Παράδεισος στο πιο αγαπημένο μανιχαϊστικό δίπολο του εκδοτικού φαινομένου που ακούει στο όνομα Μαντά.


Γιατί πουλάει η Λένα Μαντά;

Τα επτά προφανή κλισέ που κάνουν κάθε βιβλίο της να παραμένει στην πρώτη θέση των ευπώλητων Οποιος υποστηρίζει ότι η συγγραφή είναι εύκολη υπόθεση μάλλον δεν έχει προσπαθήσει να γράψει. Τα φραστικά, μορφολογικά ή ιδεολογικά κλισέ είναι λίγο έως πολύ αναπόφευκτα. Σε «επαγγελματικό» επίπεδο, υπάρχει εξάλλου και το «συμβόλαιο» ανάμεσα στον συγγραφέα και στους αναγνώστες του, ότι δηλαδή κάθε βιβλίο θα στέκεται - τουλάχιστον - στο ύψος του προηγούμενου.

 Με τέτοιες προσδοκίες δεν παίρνει κάποιος στα χέρια του ένα αστυνομικό μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο αισθηματικού περιεχομένου; Ειδικά το δεύτερο, μια κατηγορία στην οποία διαπρέπει η Λένα Μαντά, μαζί με όλα τα κλισέ που συνοδεύουν κάθε συγγραφική της απόπειρα. Εκείνη, πάντως, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, φροντίζοντας να τα ανατροφοδοτεί για το κοινό της, το οποίο, από ό,τι δείχνουν οι πωλήσεις των βιβλίων της και η σταθερή πρωτιά της στις λίστες των ευπώλητων, δεν μοιάζει να κουράζεται ποτέ από αυτά. Εσείς πόσες γυναίκες μετρήσατε (και εφέτος) σε πλοία της γραμμής ή σε κάποια παραλία να διαβάζουν βιβλία της; Γράμμα από τη «θεία Λένα» Προτού ξεκινήσει κάθε μυθιστόρημά της, η Λένα Μαντά απευθύνεται στο κοινό της, αντί προλόγου, για να μοιραστεί μια ζεστή κουβέντα και να αποκαλύψει τα μυστικά της. 
Ναι, οι ιστορίες της είναι βγαλμένες από τη ζωή, αν και βέβαια υποτίθεται ότι χωρίς την καλπάζουσα φαντασία της τίποτε δεν θα αποτυπωνόταν τόσο γλαφυρά στο χαρτί. Για τη «Θεανώ: τη λύκαινα της πόλης» η έμπνευση ήταν οι αναμνήσεις της οικογένειάς της, για το μπεστ σέλερ «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» η ιστορία που άκουσε να διηγείται μια φίλη (οι ηρωίδες είναι βέβαια πέντε, αλλά αυτό δεν έχει σημασία) στην «Αλλη πλευρά του νομίσματος» εξιστορεί την εμπειρία του ανδρός της - στον δρόμο δηλαδή που χάραξε η Ιζαμπέλ Αλιέντε με το «Επουράνιο σχέδιο». 
Οι πρόλογοι που διαβάζονται σαν ανοιχτό γράμμα από τη «θεία Λένα» προς τους αναγνώστες είναι μια πατέντα που πρέπει να κατοχυρωθεί κατ' αποκλειστικότητα στη Λένα Μαντά. Οπως επίσης οι επιστολές των κατενθουσιασμένων αναγνωστών, οι οποίες παρατίθενται ενυπόγραφα στο πίσω μέρος του βιβλίου. 
Ολοι βεβαιώνουν ότι ταξίδεψαν και ονειρεύτηκαν μέσα από τις σελίδες του και ξορκίζουν έτερους θαυμαστές της Μαντά να μην ξεκινήσουν βιβλίο της μια τυχαία καθημερινή. Για το καλό τους, γιατί δεν θα μπορούν να το αφήσουν από τα χέρια τους. Και για το καλό της οικονομίας της χώρας, γιατί η παραγωγικότητά της θα δεχθεί ένα ισχυρό πλήγμα. Σχολική έκθεση Η γλωσσική πρωτοτυπία είναι μια άγνωστη χώρα για τη Λένα Μαντά. 
Τίποτε μεμπτό σε αυτό, αλλά να, οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις με όλη την «πρετ-α-πορτέ» κοινοτοπία τους, θα μπορούσαν τουλάχιστον να μην επαναλαμβάνονται με τόση συχνότητα, να μην είναι τόσο προφανές ότι διαθέτει τόσο πλούσιο στοκ από κλισέ η συγγραφέας. 
Στο συγγραφικό σύμπαν της Μαντά η βροχή μαστιγώνει τα τζάμια σαν ενοχλητικός επισκέπτης (επώδυνη εμπειρία, αλλά μήπως δεν την έχουμε ζήσει όλοι μας;), η ανησυχία χαράζει αυλακιές στο πρόσωπο, τα ολόλευκα δόντια είναι σαν από πορσελάνη, τα κοριτσόπουλα ασχημάτιστα, ο ακίνητος άνθρωπος παρομοιάζεται με άγαλμα, τα νέφη σε μια σχέση διαλύονται (ή πυκνώνουν), τα κλαδιά των δέντρων χαϊδεύουν τις στέγες, ο κόσμος είναι ένα πολύβουο μελίσσι και το ποτάμι ένα υδάτινο φίδι. Και τα καλολογικά στοιχεία σαν να τα έχει γράψει το χέρι ενός παιδιού στην προεφηβική ηλικία. Σαν ηφαίστειο που ξυπνά Αυτό που διακρίνει τις φιλολογικές απόπειρες της Λένας Μαντά από τα κείμενα μαθητών του δημοτικού είναι, ασφαλώς, οι περίφημες ερωτικές σκηνές. Περίφημες κυρίως για τη σεμνοτυφία τους και όχι για την τολμηρότητά τους. Η Ε. Λ. Τζέιμς θα κουνούσε το κεφάλι με περιφρόνηση, η Μπάρμπαρα Κάρτλαντ από την άλλη θα σούφρωνε εκστατικά τα κακοβαμμένα χείλη της. Ισως, σε ένα παράλληλο σύμπαν, είναι σύμφωνη με την άποψη του Τζούλιαν Μπαρνς, ότι «Οσοι γράφουν για το σεξ πρέπει να ξέρουν πως οι αναγνώστες φαντάζονται ότι τις σκηνές σεξ που περιγράφουν τις έχουν ζήσει οι ίδιοι οι συγγραφείς. Αρα, με κάποιον τρόπο εκθέτουν τον εαυτό τους» και να θέλει να τραβήξει την κουρτίνα στα αδιάκριτα βλέμματα, αφήνοντας να ξεμυτίζουν μόνο τα ποδαράκια από κάτω.
 Οι ήρωες, λοιπόν, μένουν συστηματικά χωρίς ανάσα μετά τα λαχανιάσματα και τα παράφορα φιλιά τους, αλλά η «ολοκλήρωση», ή «κορύφωση», αν θέλετε, φτάνει πάντα χωρίς καθυστέρηση, αν και μονίμως αθέατη. Συνήθως με μια κραυγή ή με ένα ουρλιαχτό, όπως κάνει «ένα ζώο αιμόφυρτο στον δρόμο» (τρομακτικό!). Παρ' όλα αυτά, το μόνο σημείο του σώματος που ερεθίζεται είναι το στόμα, ενώ τα κορμιά παίρνουν γενικώς και αορίστως φωτιά, καθώς τα χέρια πυρώνουν και η φλόγα του πάθους πυρπολεί κορμιά και ψυχές. «Φωτιά» για τη γεμάτη φωτιά κόλαση που χαρίζει το γυναικείο κορμί στον αποδέκτη της υψηλότατης θερμοκρασίας του, μαζί βεβαίως με την αιώνια ζωή. Γιατί απέναντι από την Κόλαση στέκει πάντα ο Παράδεισος στο πιο αγαπημένο μανιχαϊστικό δίπολο του εκδοτικού φαινομένου που ακούει στο όνομα Μαντά.
 Πτωχή πλην τίμια και άγρια «Και πότε έκανα εγώ σαν τις άλλες κοπέλες;» θα πει σε μια κρίση μετριοφροσύνης η «λύκαινα» Θεανώ. Οι ηρωίδες της Λένας Μαντά είναι γυναίκες δυναμικές, έντιμες και «εντελώς διαφορετικές από τις υπόλοιπες», όπως τους εξομολογούνται κάθε, μα κάθε, φορά οι μαγεμένοι εραστές τους - αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίο τις ερωτεύονται παθιασμένα. 
Το κυριότερο, δεν διαθέτουν ατομικότητα, αλλά κατατάσσονται σε έναν συγκεκριμένο «τύπο». Πρόκειται για γυναίκες που είτε γνωρίζουν είτε διαισθάνονται τη μεγάλη, αλλά παραγνωρισμένη αλήθεια της ζωής αναφορικά με το φύλο τους: «Ε, λοιπόν, άντρα μου, λάθος σας τα είπανε! Δεν είμαστε κουτές: Είμαστε πιο έξυπνες από σας, αλλά θέλετε να μας κρατάτε κάτω για να φαίνεστε εσείς καλύτεροι». Είναι κατά κανόνα φτωχές, αλλά δεν τις ενδιαφέρουν τα χρήματα, διότι είναι περήφανες, συχνά δε, μετατρέπονται σε κάποιο ζώο, αγρίμι εννοείται, το οποίο, όταν δεν ουρλιάζει τη στιγμή της κορύφωσης όπως προαναφέρθηκε, δείχνει τα δόντια του σε όσους τολμούν να το πειράξουν. Τα φέρνει, όμως, πάντα κάπως η ρημάδα η ζωή, και η εν λόγω ανεξάρτητη, ατίθαση και πανέμορφη, για να μην ξεχνιόμαστε, ηρωίδα μπλέκει με κάποιον πάμπλουτο κύριο. Της αγοράζει και της επιπλώνει διαμέρισμα ή της γράφει ακόμη και την περιουσία του για να διασφαλίσει το παιδί της και επιβάλλει στον απρόσιτο κύκλο του την ταπεινής καταγωγής γυναίκα η οποία, μάλλον το μαντέψατε ήδη, μαγεύει τους πάντες με τη γοητεία της. Η μητέρα του, όμως, είναι το μοναδικό αγκάθι στην ευτυχία τους. Η κακιά πεθερά Η μάνα του άνδρα, ο οποίος αγαπάει δίχως όρους την ατίθαση και ανυπότακτη ηρωίδα, δίνει άλλη διάσταση στις λέξεις «κλισέ» ή «καρικατούρα». Είναι ψυχρή, αγέλαστη και αλύγιστη, μισεί τη γυναίκα που απειλεί να της κλέψει τον γιο, τη βρίζει («παλιοθήλυκο!», «πόρνη πολυτελείας!»), χαστουκίζει το βλαστάρι της, τα κάνει γυαλιά-καρφιά αλλά - ω του θαύματος - βρίσκει σθεναρή αντίσταση από τον υιό της, ο οποίος, μολονότι έχει μεγαλώσει με μια υστερική μάνα και την αγαπάει πιστά «με τον τρόπο που ένας γιος αγαπάει τη μάνα του» (ευτυχώς που δεν έχει δει στη «Στρέλλα» με πόσους τρόπους μπορεί να αγαπήσει ένας πατέρας την κόρη του), δεν είναι ούτε ευνουχισμένος ή άβουλος, ούτε καν μαλθακός! Τουναντίον, διεκδικεί το δικαίωμά του στον έρωτα με τη φτωχή, αλλά πολύ ιδιοσυγκρασιακή ηρωίδα και, το πολύ πολύ, ενίοτε γίνεται μεθύστακας ή αυτοκτονεί όταν εκείνη του το αρνείται. Who doesn't? Κερατάς και δαρμένος Προτού προβεί σε οποιαδήποτε κατάχρηση ή απονενοημένο διάβημα, ο ήρωας που αγαπάει την ηρωίδα υφίσταται επανειλημμένα αυτό για το οποίο ο λαός έχει μια έκφραση που η Μαντά αποφεύγει συστηματικά να κατονομάσει: χοντρό κέρατο. Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι η γυναίκα του δεν είναι ανήθικη, επειδή, ακόμη και αν τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του, κινήθηκε με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα όταν τον απατούσε. Ο απατημένος το εκτιμά ιδιαίτερα αυτό και ευλογεί τον εξωσυζυγικό δεσμό, αν και υποφέρει μέσα του, ενίοτε δε, υιοθετεί και το παιδί του εραστή της γυναίκας του, ακόμη και αν αυτός είναι ο ίδιος του ο πατέρας. Η αγάπη είναι απύθμενη, όπως επίσης και η κατανόηση, γιατί στο κάτω κάτω έτσι είναι οι γυναίκες: «Αλλόκοτες, μυστήριες, παράξενες». Αθάνατος ελληνικός κινηματογράφος 
Η Λένα Μαντά έχει δηλώσει ότι δεν διαβάζει ξένη λογοτεχνία. Εύλογο, αν το σκεφτεί κανείς, γιατί τι να την κάνεις τη λογοτεχνία, ξένη ή ελληνική, όταν έχεις ολόκληρη συλλογή από ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου για να εμπνευστείς; «Είμαστε σαν σκηνή από το "Μια κύρια στα μπουζούκια"» λέει κάποια στιγμή ο ήρωας στο «Η άλλη πλευρά του νομίσματος». Η ευκολία με την οποία παντρεύονται οι κοπέλες θυμίζει κάτι από τη «Θεία από το Σικάγο», χωρίς να χρειάζεται βέβαια η παρεμβατική συμπεριφορά μιας θείας για την επίσπευση του ευχάριστου γεγονότος - είπαμε, οι ηρωίδες είναι ατίθασες και ανυπότακτες - ενώ η κακιά πεθερά φέρνει στον νου την Τασσώ Καββαδία. Στην «Αμαρτία της ομορφιάς», βεβαίως βεβαίως, επειδή ο ήρωας πρέπει να φέρνει σε Νίκο Γαλανό και η ηρωίδα να έχει κάτι από Μπέτυ Λιβανού. Ετσι είναι αυτά. Ο Γιάννης Βογιατζής, στον «Λαλάκη» με τη δεσποτική μαμά, δεν θα προσέφερε ποτέ πρώτης τάξης υλικό για «ταξίδι» και «ονειροπόληση»... Αλλο Μαντά και άλλο Μαντέλ Η ταραγμένη Ιστορία της Ελλάδας προσφέρει αφειδώς υλικό για το φόντο στο οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες της Λένας Μαντά. Η Ιστορία στα βιβλία της γράφεται είτε από μόνη της είτε από άλλους, αλλά πάντα με μελάνι: «Η καημένη η Ιστορία ξανάβγαλε το μελάνι της για να γράψει». Η Ιστορία γράφει και η Μαντά στενογραφεί: «Η Κατοχή φανέρωσε το σκληρό πρόσωπό της, αλλά τα χειρότερα τα περνούσαν στις πόλεις», «Η Αντίσταση μπορούσε να είναι περήφανη για όσα χτυπήματα κατάφερνε στον κατακτητή, αλλά το τίμημα ήταν ομαδικές εκτελέσεις αθώων», «Μια χώρα που αντιστάθηκε τόσο σθεναρά στον κατακτητή, δεν κατάφερε να τιθασεύσει τα παιδιά της» (φτάσαμε στον Εμφύλιο), «Η 21η Απριλίου 1967, η μέρα που άλλαξε το μέλλον της Ελλάδας για επτά χρόνια», και εν τέλει «… το Πολυτεχνείο είχε γεμίσει νιάτα και φωνές που ήθελαν να ακουστούν, να βγάλουν το φίμωτρο που οι συνταγματάρχες είχαν επιβάλει». Ετοιμος ένας αιώνας ελληνικής Ιστορίας. Τύφλα να 'χει, δηλαδή, το ιστορικό μυθιστόρημα της Χίλαρι Μαντέλ, αν και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, η Μαντά δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι τα βιβλία της ανήκουν στο συγκεκριμένο είδος. Εξάλλου, «Η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη πολιτική, ιδίως όταν αποφέρει και χρήματα», όπως έλεγε κάποτε ένας κύριος που τον έλεγαν Μαρκ Τουέιν… *Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013



Δεν υπάρχουν σχόλια: